Κλίση του ρήματος ανακουφίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ανακουφίζω
to alleviate, relieve
Πλήρης κλίση του ρήματος ανακουφίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ανακουφίζω
εσύ ανακουφίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ανακουφίζει
εμείς ανακουφίζουμε
εσείς ανακουφίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακουφίζουν / ανακουφίζουνε

Παρατατικός

εγώ ανακούφιζα
εσύ ανακούφιζες
αυτός/αυτή/αυτό ανακούφιζε
εμείς ανακουφίζαμε
εσείς ανακουφίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακούφιζαν / ανακουφίζαν / ανακουφίζανε

Αόριστος

εγώ ανακούφισα
εσύ ανακούφισες
αυτός/αυτή/αυτό ανακούφισε
εμείς ανακουφίσαμε
εσείς ανακουφίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακούφισαν / ανακουφίσαν / ανακουφίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ανακουφίζω
εσύ θα ανακουφίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακουφίζει
εμείς θα ανακουφίζουμε
εσείς θα ανακουφίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακουφίζουν / θα ανακουφίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ανακουφίσω
εσύ θα ανακουφίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακουφίσει
εμείς θα ανακουφίσουμε
εσείς θα ανακουφίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακουφίσουν / θα ανακουφίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ανακουφίσω
εσύ να ανακουφίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανακουφίσει
εμείς να ανακουφίσουμε
εσείς να ανακουφίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακουφίσουν / ανακουφίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ανακουφίσει
εσύ έχεις ανακουφίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακουφίσει
εμείς έχουμε ανακουφίσει
εσείς έχετε ανακουφίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακουφίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ανακουφίσει
εσύ είχες ανακουφίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακουφίσει
εμείς είχαμε ανακουφίσει
εσείς είχατε ανακουφίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακουφίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ανακουφίσει
εσύ θα έχεις ανακουφίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακουφίσει
εμείς θα έχουμε ανακουφίσει
εσείς θα έχετε ανακουφίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακουφίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ανακούφιζε
(εσείς) ανακουφίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανακούφισε
(εσείς) ανακουφίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ανακουφίζομαι
εσύ ανακουφίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανακουφίζεται
εμείς ανακουφιζόμαστε
εσείς ανακουφίζεστε / ανακουφιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακουφίζονται

Παρατατικός

εγώ ανακουφιζόμουν / ανακουφιζόμουνα
εσύ ανακουφιζόσουν / ανακουφιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανακουφιζόταν / ανακουφιζότανε
εμείς ανακουφιζόμασταν / ανακουφιζόμαστε
εσείς ανακουφιζόσασταν / ανακουφιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακουφίζονταν / ανακουφιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ ανακουφίστηκα
εσύ ανακουφίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανακουφίστηκε
εμείς ανακουφιστήκαμε
εσείς ανακουφιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακουφίστηκαν / ανακουφιστήκαν / ανακουφιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ανακουφίζομαι
εσύ θα ανακουφίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακουφίζεται
εμείς θα ανακουφιζόμαστε
εσείς θα ανακουφίζεστε / θα ανακουφιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακουφίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ανακουφιστώ
εσύ θα ανακουφιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακουφιστεί
εμείς θα ανακουφιστούμε
εσείς θα ανακουφιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακουφιστούν / θα ανακουφιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ανακουφιστώ
εσύ να ανακουφιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανακουφιστεί
εμείς να ανακουφιστούμε
εσείς να ανακουφιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακουφιστούν / ανακουφιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ανακουφιστεί
εσύ έχεις ανακουφιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακουφιστεί
εμείς έχουμε ανακουφιστεί
εσείς έχετε ανακουφιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακουφιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ανακουφιστεί
εσύ είχες ανακουφιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακουφιστεί
εμείς είχαμε ανακουφιστεί
εσείς είχατε ανακουφιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακουφιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ανακουφιστεί
εσύ θα έχεις ανακουφιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακουφιστεί
εμείς θα έχουμε ανακουφιστεί
εσείς θα έχετε ανακουφιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακουφιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ανακουφίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανακουφίσου
(εσείς) ανακουφιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ανακουφίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ανακουφίσει

Μετοχή παρακειμένου

ανακουφισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ανακουφίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ανακουφιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.