to reflect (heat, light, sound, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος ανακλώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακλώ
εσύ ανακλάς
αυτός/αυτή/αυτό ανακλά
εμείς ανακλούμε
εσείς ανακλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακλούν / ανακλούνε
Παρατατικός
εγώ ανακλούσα
εσύ ανακλούσες
αυτός/αυτή/αυτό ανακλούσε
εμείς ανακλούσαμε
εσείς ανακλούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακλούσαν / ανακλούσανε
Αόριστος
εγώ ανάκλασα / ανέκλασα
εσύ ανάκλασες / ανέκλασες
αυτός/αυτή/αυτό ανάκλασε / ανέκλασε
εμείς ανακλάσαμε
εσείς ανακλάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανάκλασαν / ανακλάσαν / ανακλάσανε / ανέκλασαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακλώ
εσύ θα ανακλάς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακλά
εμείς θα ανακλούμε
εσείς θα ανακλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακλούν / θα ανακλούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακλάσω
εσύ θα ανακλάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακλάσει
εμείς θα ανακλάσουμε
εσείς θα ανακλάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακλάσουν / θα ανακλάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακλάσω
εσύ να ανακλάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανακλάσει
εμείς να ανακλάσουμε
εσείς να ανακλάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακλάσουν / ανακλάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακλάσει
εσύ έχεις ανακλάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακλάσει
εμείς έχουμε ανακλάσει
εσείς έχετε ανακλάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακλάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακλάσει
εσύ είχες ανακλάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακλάσει
εμείς είχαμε ανακλάσει
εσείς είχατε ανακλάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακλάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακλάσει
εσύ θα έχεις ανακλάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακλάσει
εμείς θα έχουμε ανακλάσει
εσείς θα έχετε ανακλάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακλάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανακλάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανάκλασε
(εσείς) ανακλάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακλώμαι
εσύ ανακλάσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανακλάται
εμείς ανακλόμαστε / ‑ώμεθα
εσείς ανακλάστε / ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακλώνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό ανακλάτο
αυτοί/αυτές/αυτά ανακλώντο
Αόριστος
εγώ ανακλάστηκα
εσύ ανακλάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανακλάστηκε
εμείς ανακλαστήκαμε
εσείς ανακλαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακλάστηκαν / ανακλαστήκαν / ανακλαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακλώμαι
εσύ θα ανακλάσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακλάται
εμείς θα ανακλόμαστε / θα ‑ώμεθα
εσείς θα ανακλάστε / θα ‑άσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακλώνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακλαστώ
εσύ θα ανακλαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακλαστεί
εμείς θα ανακλαστούμε
εσείς θα ανακλαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακλαστούν / θα ανακλαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακλαστώ
εσύ να ανακλαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανακλαστεί
εμείς να ανακλαστούμε
εσείς να ανακλαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακλαστούν / ανακλαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακλαστεί
εσύ έχεις ανακλαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακλαστεί
εμείς έχουμε ανακλαστεί
εσείς έχετε ανακλαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακλαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακλαστεί
εσύ είχες ανακλαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακλαστεί
εμείς είχαμε ανακλαστεί
εσείς είχατε ανακλαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακλαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακλαστεί
εσύ θα έχεις ανακλαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακλαστεί
εμείς θα έχουμε ανακλαστεί
εσείς θα έχετε ανακλαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακλαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανακλάστε / ανακλάσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανακλάσου
(εσείς) ανακλαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανακλώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανακλάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ανακλώμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ανακλασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανακλάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανακλαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.