to stretch, stretch out
Πλήρης κλίση του ρήματος ανακλαδίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακλαδίζομαι
εσύ ανακλαδίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανακλαδίζεται
εμείς ανακλαδιζόμαστε
εσείς ανακλαδίζεστε / ανακλαδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακλαδίζονται
Παρατατικός
εγώ ανακλαδιζόμουν / ανακλαδιζόμουνα
εσύ ανακλαδιζόσουν / ανακλαδιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ανακλαδιζόταν / ανακλαδιζότανε
εμείς ανακλαδιζόμασταν / ανακλαδιζόμαστε
εσείς ανακλαδιζόσασταν / ανακλαδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακλαδίζονταν / ανακλαδιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ανακλαδίστηκα
εσύ ανακλαδίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανακλαδίστηκε
εμείς ανακλαδιστήκαμε
εσείς ανακλαδιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακλαδίστηκαν / ανακλαδιστήκαν / ανακλαδιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακλαδίζομαι
εσύ θα ανακλαδίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακλαδίζεται
εμείς θα ανακλαδιζόμαστε
εσείς θα ανακλαδίζεστε / θα ανακλαδιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακλαδίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακλαδιστώ
εσύ θα ανακλαδιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακλαδιστεί
εμείς θα ανακλαδιστούμε
εσείς θα ανακλαδιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακλαδιστούν / θα ανακλαδιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακλαδιστώ
εσύ να ανακλαδιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανακλαδιστεί
εμείς να ανακλαδιστούμε
εσείς να ανακλαδιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακλαδιστούν / ανακλαδιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακλαδιστεί
εσύ έχεις ανακλαδιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακλαδιστεί
εμείς έχουμε ανακλαδιστεί
εσείς έχετε ανακλαδιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακλαδιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακλαδιστεί
εσύ είχες ανακλαδιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακλαδιστεί
εμείς είχαμε ανακλαδιστεί
εσείς είχατε ανακλαδιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακλαδιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακλαδιστεί
εσύ θα έχεις ανακλαδιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακλαδιστεί
εμείς θα έχουμε ανακλαδιστεί
εσείς θα έχετε ανακλαδιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακλαδιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανακλαδίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανακλαδίσου
(εσείς) ανακλαδιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανακλαδιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.