to shake, agitate (bottle contents)
Πλήρης κλίση του ρήματος ανακινώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακινώ
εσύ ανακινείς
αυτός/αυτή/αυτό ανακινεί
εμείς ανακινούμε
εσείς ανακινείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακινούν / ανακινούνε
Παρατατικός
εγώ ανακινούσα
εσύ ανακινούσες
αυτός/αυτή/αυτό ανακινούσε
εμείς ανακινούσαμε
εσείς ανακινούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακινούσαν / ανακινούσανε
Αόριστος
εγώ ανακίνησα
εσύ ανακίνησες
αυτός/αυτή/αυτό ανακίνησε
εμείς ανακινήσαμε
εσείς ανακινήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακίνησαν / ανακινήσαν / ανακινήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακινώ
εσύ θα ανακινείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακινεί
εμείς θα ανακινούμε
εσείς θα ανακινείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακινούν / θα ανακινούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακινήσω
εσύ θα ανακινήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακινήσει
εμείς θα ανακινήσουμε
εσείς θα ανακινήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακινήσουν / θα ανακινήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακινήσω
εσύ να ανακινήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ανακινήσει
εμείς να ανακινήσουμε
εσείς να ανακινήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακινήσουν / ανακινήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακινήσει
εσύ έχεις ανακινήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακινήσει
εμείς έχουμε ανακινήσει
εσείς έχετε ανακινήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακινήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακινήσει
εσύ είχες ανακινήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακινήσει
εμείς είχαμε ανακινήσει
εσείς είχατε ανακινήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακινήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακινήσει
εσύ θα έχεις ανακινήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακινήσει
εμείς θα έχουμε ανακινήσει
εσείς θα έχετε ανακινήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακινήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανακινείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανακίνησε
(εσείς) ανακινήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ανακινούμαι
εσύ ανακινείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ανακινείται
εμείς ανακινούμαστε
εσείς ανακινείστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακινούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό ανακινούνταν / ανακινείτο
εμείς ανακινούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακινούνταν / ανακινούντο
Αόριστος
εγώ ανακινήθηκα
εσύ ανακινήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ανακινήθηκε
εμείς ανακινηθήκαμε
εσείς ανακινηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανακινήθηκαν / ανακινηθήκαν / ανακινηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ανακινούμαι
εσύ θα ανακινείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακινείται
εμείς θα ανακινούμαστε
εσείς θα ανακινείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακινούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακινηθώ
εσύ θα ανακινηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ανακινηθεί
εμείς θα ανακινηθούμε
εσείς θα ανακινηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ανακινηθούν / θα ανακινηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ανακινηθώ
εσύ να ανακινηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ανακινηθεί
εμείς να ανακινηθούμε
εσείς να ανακινηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ανακινηθούν / ανακινηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ανακινηθεί
εσύ έχεις ανακινηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ανακινηθεί
εμείς έχουμε ανακινηθεί
εσείς έχετε ανακινηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ανακινηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ανακινηθεί
εσύ είχες ανακινηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ανακινηθεί
εμείς είχαμε ανακινηθεί
εσείς είχατε ανακινηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ανακινηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ανακινηθεί
εσύ θα έχεις ανακινηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ανακινηθεί
εμείς θα έχουμε ανακινηθεί
εσείς θα έχετε ανακινηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ανακινηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ανακινείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανακινήσου
(εσείς) ανακινηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ανακινώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ανακινήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ανακινούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ανακινημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ανακινήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ανακινηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.