to refute, revoke
Πλήρης κλίση του ρήματος αναιρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναιρώ
εσύ αναιρείς
αυτός/αυτή/αυτό αναιρεί
εμείς αναιρούμε
εσείς αναιρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αναιρούν / αναιρούνε
Παρατατικός
εγώ αναιρούσα
εσύ αναιρούσες
αυτός/αυτή/αυτό αναιρούσε
εμείς αναιρούσαμε
εσείς αναιρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναιρούσαν / αναιρούσανε
Αόριστος
εγώ αναίρεσα
εσύ αναίρεσες
αυτός/αυτή/αυτό αναίρεσε
εμείς αναιρέσαμε
εσείς αναιρέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναίρεσαν / αναιρέσαν / αναιρέσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναιρώ
εσύ θα αναιρείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναιρεί
εμείς θα αναιρούμε
εσείς θα αναιρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναιρούν / θα αναιρούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναιρέσω
εσύ θα αναιρέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναιρέσει
εμείς θα αναιρέσουμε
εσείς θα αναιρέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναιρέσουν / θα αναιρέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναιρέσω
εσύ να αναιρέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναιρέσει
εμείς να αναιρέσουμε
εσείς να αναιρέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναιρέσουν / αναιρέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναιρέσει
εσύ έχεις αναιρέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναιρέσει
εμείς έχουμε αναιρέσει
εσείς έχετε αναιρέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναιρέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναιρέσει
εσύ είχες αναιρέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναιρέσει
εμείς είχαμε αναιρέσει
εσείς είχατε αναιρέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναιρέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναιρέσει
εσύ θα έχεις αναιρέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναιρέσει
εμείς θα έχουμε αναιρέσει
εσείς θα έχετε αναιρέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναιρέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναιρείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναίρεσε
(εσείς) αναιρέστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναιρούμαι
εσύ αναιρείσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναιρείται
εμείς αναιρούμαστε
εσείς αναιρείστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναιρούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό αναιρούνταν / αναιρείτο
εμείς αναιρούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναιρούνταν / αναιρούντο
Αόριστος
εγώ αναιρέθηκα
εσύ αναιρέθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναιρέθηκε
εμείς αναιρεθήκαμε
εσείς αναιρεθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναιρέθηκαν / αναιρεθήκαν / αναιρεθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναιρούμαι
εσύ θα αναιρείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναιρείται
εμείς θα αναιρούμαστε
εσείς θα αναιρείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναιρούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναιρεθώ
εσύ θα αναιρεθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναιρεθεί
εμείς θα αναιρεθούμε
εσείς θα αναιρεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναιρεθούν / θα αναιρεθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναιρεθώ
εσύ να αναιρεθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναιρεθεί
εμείς να αναιρεθούμε
εσείς να αναιρεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναιρεθούν / αναιρεθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναιρεθεί
εσύ έχεις αναιρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναιρεθεί
εμείς έχουμε αναιρεθεί
εσείς έχετε αναιρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναιρεθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναιρεθεί
εσύ είχες αναιρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναιρεθεί
εμείς είχαμε αναιρεθεί
εσείς είχατε αναιρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναιρεθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναιρεθεί
εσύ θα έχεις αναιρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναιρεθεί
εμείς θα έχουμε αναιρεθεί
εσείς θα έχετε αναιρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναιρεθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναιρείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναιρέσου
(εσείς) αναιρεθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναιρώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αναιρέσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αναιρούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
αναιρεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αναιρέσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αναιρεθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.