alternative form of ανατρέφω (anatréfo)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναθρέφω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναθρέφω
εσύ αναθρέφεις
αυτός/αυτή/αυτό αναθρέφει
εμείς αναθρέφουμε
εσείς αναθρέφετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθρέφουν / αναθρέφουνε
Παρατατικός
εγώ ανάθρεφα
εσύ ανάθρεφες
αυτός/αυτή/αυτό ανάθρεφε
εμείς αναθρέφαμε
εσείς αναθρέφατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανάθρεφαν / αναθρέφαν / αναθρέφανε
Αόριστος
εγώ ανάθρεψα / ανέθρεψα
εσύ ανάθρεψες / ανέθρεψες
αυτός/αυτή/αυτό ανάθρεψε / ανέθρεψε
εμείς αναθρέψαμε
εσείς αναθρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανάθρεψαν / αναθρέψαν / αναθρέψανε / ανέθρεψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναθρέφω
εσύ θα αναθρέφεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναθρέφει
εμείς θα αναθρέφουμε
εσείς θα αναθρέφετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναθρέφουν / θα αναθρέφουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναθρέψω
εσύ θα αναθρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναθρέψει
εμείς θα αναθρέψουμε
εσείς θα αναθρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναθρέψουν / θα αναθρέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναθρέψω
εσύ να αναθρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναθρέψει
εμείς να αναθρέψουμε
εσείς να αναθρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναθρέψουν / αναθρέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναθρέψει
εσύ έχεις αναθρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναθρέψει
εμείς έχουμε αναθρέψει
εσείς έχετε αναθρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναθρέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναθρέψει
εσύ είχες αναθρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναθρέψει
εμείς είχαμε αναθρέψει
εσείς είχατε αναθρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναθρέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναθρέψει
εσύ θα έχεις αναθρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναθρέψει
εμείς θα έχουμε αναθρέψει
εσείς θα έχετε αναθρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναθρέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ανάθρεφε
(εσείς) αναθρέφετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ανάθρεψε
(εσείς) αναθρέψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναθρέφομαι
εσύ αναθρέφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναθρέφεται
εμείς αναθρεφόμαστε
εσείς αναθρέφεστε / αναθρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθρέφονται
Παρατατικός
εγώ αναθρεφόμουν / αναθρεφόμουνα
εσύ αναθρεφόσουν / αναθρεφόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναθρεφόταν / αναθρεφότανε
εμείς αναθρεφόμασταν / αναθρεφόμαστε
εσείς αναθρεφόσασταν / αναθρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθρέφονταν / αναθρεφόντουσαν
Αόριστος
εγώ αναθράφηκα
εσύ αναθράφηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναθράφηκε
εμείς αναθραφήκαμε
εσείς αναθραφήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθράφηκαν / αναθραφήκαν / αναθραφήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναθρέφομαι
εσύ θα αναθρέφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναθρέφεται
εμείς θα αναθρεφόμαστε
εσείς θα αναθρέφεστε / θα αναθρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναθρέφονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναθραφώ
εσύ θα αναθραφείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναθραφεί
εμείς θα αναθραφούμε
εσείς θα αναθραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναθραφούν / θα αναθραφούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναθραφώ
εσύ να αναθραφείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναθραφεί
εμείς να αναθραφούμε
εσείς να αναθραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναθραφούν / αναθραφούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναθραφεί
εσύ έχεις αναθραφεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναθραφεί
εμείς έχουμε αναθραφεί
εσείς έχετε αναθραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναθραφεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναθραφεί
εσύ είχες αναθραφεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναθραφεί
εμείς είχαμε αναθραφεί
εσείς είχατε αναθραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναθραφεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναθραφεί
εσύ θα έχεις αναθραφεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναθραφεί
εμείς θα έχουμε αναθραφεί
εσείς θα έχετε αναθραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναθραφεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναθρέφεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναθρέψου
(εσείς) αναθραφείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναθρέφοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αναθρέψει
Μετοχή παρακειμένου
αναθρεμμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αναθρέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αναθραφεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.