to curse, put a curse on
Πλήρης κλίση του ρήματος αναθεματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναθεματίζω
εσύ αναθεματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αναθεματίζει
εμείς αναθεματίζουμε
εσείς αναθεματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθεματίζουν / αναθεματίζουνε
Παρατατικός
εγώ αναθεμάτιζα
εσύ αναθεμάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό αναθεμάτιζε
εμείς αναθεματίζαμε
εσείς αναθεματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθεμάτιζαν / αναθεματίζαν / αναθεματίζανε
Αόριστος
εγώ αναθεμάτισα
εσύ αναθεμάτισες
αυτός/αυτή/αυτό αναθεμάτισε
εμείς αναθεματίσαμε
εσείς αναθεματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθεμάτισαν / αναθεματίσαν / αναθεματίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναθεματίζω
εσύ θα αναθεματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναθεματίζει
εμείς θα αναθεματίζουμε
εσείς θα αναθεματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναθεματίζουν / θα αναθεματίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναθεματίσω
εσύ θα αναθεματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναθεματίσει
εμείς θα αναθεματίσουμε
εσείς θα αναθεματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναθεματίσουν / θα αναθεματίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναθεματίσω
εσύ να αναθεματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναθεματίσει
εμείς να αναθεματίσουμε
εσείς να αναθεματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναθεματίσουν / αναθεματίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναθεματίσει
εσύ έχεις αναθεματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναθεματίσει
εμείς έχουμε αναθεματίσει
εσείς έχετε αναθεματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναθεματίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναθεματίσει
εσύ είχες αναθεματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναθεματίσει
εμείς είχαμε αναθεματίσει
εσείς είχατε αναθεματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναθεματίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναθεματίσει
εσύ θα έχεις αναθεματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναθεματίσει
εμείς θα έχουμε αναθεματίσει
εσείς θα έχετε αναθεματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναθεματίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αναθεμάτιζε
(εσείς) αναθεματίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναθεμάτισε
(εσείς) αναθεματίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναθεματίζομαι
εσύ αναθεματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναθεματίζεται
εμείς αναθεματιζόμαστε
εσείς αναθεματίζεστε / αναθεματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθεματίζονται
Παρατατικός
εγώ αναθεματιζόμουν / αναθεματιζόμουνα
εσύ αναθεματιζόσουν / αναθεματιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναθεματιζόταν / αναθεματιζότανε
εμείς αναθεματιζόμασταν / αναθεματιζόμαστε
εσείς αναθεματιζόσασταν / αναθεματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθεματίζονταν / αναθεματιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αναθεματίστηκα
εσύ αναθεματίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναθεματίστηκε
εμείς αναθεματιστήκαμε
εσείς αναθεματιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθεματίστηκαν / αναθεματιστήκαν / αναθεματιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναθεματίζομαι
εσύ θα αναθεματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναθεματίζεται
εμείς θα αναθεματιζόμαστε
εσείς θα αναθεματίζεστε / θα αναθεματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναθεματίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναθεματιστώ
εσύ θα αναθεματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναθεματιστεί
εμείς θα αναθεματιστούμε
εσείς θα αναθεματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναθεματιστούν / θα αναθεματιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναθεματιστώ
εσύ να αναθεματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναθεματιστεί
εμείς να αναθεματιστούμε
εσείς να αναθεματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναθεματιστούν / αναθεματιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναθεματιστεί
εσύ έχεις αναθεματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναθεματιστεί
εμείς έχουμε αναθεματιστεί
εσείς έχετε αναθεματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναθεματιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναθεματιστεί
εσύ είχες αναθεματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναθεματιστεί
εμείς είχαμε αναθεματιστεί
εσείς είχατε αναθεματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναθεματιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναθεματιστεί
εσύ θα έχεις αναθεματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναθεματιστεί
εμείς θα έχουμε αναθεματιστεί
εσείς θα έχετε αναθεματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναθεματιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναθεματίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναθεματίσου
(εσείς) αναθεματιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναθεματίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αναθεματίσει
Μετοχή παρακειμένου
αναθεματισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αναθεματίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αναθεματιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.