to feel encouraged, take courage, take heart
Πλήρης κλίση του ρήματος αναθαρρεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναθαρρεύω
εσύ αναθαρρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αναθαρρεύει
εμείς αναθαρρεύουμε
εσείς αναθαρρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθαρρεύουν / αναθαρρεύουνε
Παρατατικός
εγώ αναθάρρευα
εσύ αναθάρρευες
αυτός/αυτή/αυτό αναθάρρευε
εμείς αναθαρρεύαμε
εσείς αναθαρρεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθάρρευαν / αναθαρρεύαν / αναθαρρεύανε
Αόριστος
εγώ αναθάρρεψα
εσύ αναθάρρεψες
αυτός/αυτή/αυτό αναθάρρεψε
εμείς αναθαρρέψαμε
εσείς αναθαρρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναθάρρεψαν / αναθαρρέψαν / αναθαρρέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναθαρρεύω
εσύ θα αναθαρρεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναθαρρεύει
εμείς θα αναθαρρεύουμε
εσείς θα αναθαρρεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναθαρρεύουν / θα αναθαρρεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναθαρρέψω
εσύ θα αναθαρρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναθαρρέψει
εμείς θα αναθαρρέψουμε
εσείς θα αναθαρρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναθαρρέψουν / θα αναθαρρέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναθαρρέψω
εσύ να αναθαρρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναθαρρέψει
εμείς να αναθαρρέψουμε
εσείς να αναθαρρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναθαρρέψουν / αναθαρρέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναθαρρέψει
εσύ έχεις αναθαρρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναθαρρέψει
εμείς έχουμε αναθαρρέψει
εσείς έχετε αναθαρρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναθαρρέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναθαρρέψει
εσύ είχες αναθαρρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναθαρρέψει
εμείς είχαμε αναθαρρέψει
εσείς είχατε αναθαρρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναθαρρέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναθαρρέψει
εσύ θα έχεις αναθαρρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναθαρρέψει
εμείς θα έχουμε αναθαρρέψει
εσείς θα έχετε αναθαρρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναθαρρέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αναθάρρευε
(εσείς) αναθαρρεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναθάρρεψε
(εσείς) αναθαρρέψτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναθαρρεύοντας / έχοντας αναθαρρέψει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αναθαρρεμένος, -η, -o
Απαρέμφατο
αναθαρρέψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.