Κλίση του ρήματος αναζωογονώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναζωογονώ
to revive, revitalise (UK), revitalize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναζωογονώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναζωογονώ
εσύ αναζωογονείς
αυτός/αυτή/αυτό αναζωογονεί
εμείς αναζωογονούμε
εσείς αναζωογονείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αναζωογονούν / αναζωογονούνε

Παρατατικός

εγώ αναζωογονούσα
εσύ αναζωογονούσες
αυτός/αυτή/αυτό αναζωογονούσε
εμείς αναζωογονούσαμε
εσείς αναζωογονούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναζωογονούσαν / αναζωογονούσανε

Αόριστος

εγώ αναζωογόνησα
εσύ αναζωογόνησες
αυτός/αυτή/αυτό αναζωογόνησε
εμείς αναζωογονήσαμε
εσείς αναζωογονήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναζωογόνησαν / αναζωογονήσαν / αναζωογονήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναζωογονώ
εσύ θα αναζωογονείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναζωογονεί
εμείς θα αναζωογονούμε
εσείς θα αναζωογονείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναζωογονούν / θα αναζωογονούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναζωογονήσω
εσύ θα αναζωογονήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναζωογονήσει
εμείς θα αναζωογονήσουμε
εσείς θα αναζωογονήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναζωογονήσουν / θα αναζωογονήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναζωογονήσω
εσύ να αναζωογονήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναζωογονήσει
εμείς να αναζωογονήσουμε
εσείς να αναζωογονήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναζωογονήσουν / αναζωογονήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναζωογονήσει
εσύ έχεις αναζωογονήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναζωογονήσει
εμείς έχουμε αναζωογονήσει
εσείς έχετε αναζωογονήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναζωογονήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναζωογονήσει
εσύ είχες αναζωογονήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναζωογονήσει
εμείς είχαμε αναζωογονήσει
εσείς είχατε αναζωογονήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναζωογονήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναζωογονήσει
εσύ θα έχεις αναζωογονήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναζωογονήσει
εμείς θα έχουμε αναζωογονήσει
εσείς θα έχετε αναζωογονήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναζωογονήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αναζωογονείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναζωογόνησε
(εσείς) αναζωογονήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναζωογονούμαι
εσύ αναζωογονείσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναζωογονείται
εμείς αναζωογονούμαστε
εσείς αναζωογονείστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναζωογονούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό αναζωογονούνταν
εμείς αναζωογονούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναζωογονούνταν / αναζωογονούντο

Αόριστος

εγώ αναζωογονήθηκα
εσύ αναζωογονήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναζωογονήθηκε
εμείς αναζωογονηθήκαμε
εσείς αναζωογονηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναζωογονήθηκαν / αναζωογονηθήκαν / αναζωογονηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναζωογονούμαι
εσύ θα αναζωογονείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναζωογονείται
εμείς θα αναζωογονούμαστε
εσείς θα αναζωογονείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναζωογονούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναζωογονηθώ
εσύ θα αναζωογονηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναζωογονηθεί
εμείς θα αναζωογονηθούμε
εσείς θα αναζωογονηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναζωογονηθούν / θα αναζωογονηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναζωογονηθώ
εσύ να αναζωογονηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναζωογονηθεί
εμείς να αναζωογονηθούμε
εσείς να αναζωογονηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναζωογονηθούν / αναζωογονηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναζωογονηθεί
εσύ έχεις αναζωογονηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναζωογονηθεί
εμείς έχουμε αναζωογονηθεί
εσείς έχετε αναζωογονηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναζωογονηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναζωογονηθεί
εσύ είχες αναζωογονηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναζωογονηθεί
εμείς είχαμε αναζωογονηθεί
εσείς είχατε αναζωογονηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναζωογονηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναζωογονηθεί
εσύ θα έχεις αναζωογονηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναζωογονηθεί
εμείς θα έχουμε αναζωογονηθεί
εσείς θα έχετε αναζωογονηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναζωογονηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αναζωογονείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναζωογονήσου
(εσείς) αναζωογονηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναζωογονώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αναζωογονήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αναζωογονούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

αναζωογονημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αναζωογονήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αναζωογονηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.