Κλίση του ρήματος αναδιοργανώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναδιοργανώνω
to reorganise (UK), reorganize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναδιοργανώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναδιοργανώνω
εσύ αναδιοργανώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αναδιοργανώνει
εμείς αναδιοργανώνουμε
εσείς αναδιοργανώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδιοργανώνουν / αναδιοργανώνουνε

Παρατατικός

εγώ αναδιοργάνωνα
εσύ αναδιοργάνωνες
αυτός/αυτή/αυτό αναδιοργάνωνε
εμείς αναδιοργανώναμε
εσείς αναδιοργανώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδιοργάνωναν / αναδιοργανώναν / αναδιοργανώνανε

Αόριστος

εγώ αναδιοργάνωσα
εσύ αναδιοργάνωσες
αυτός/αυτή/αυτό αναδιοργάνωσε
εμείς αναδιοργανώσαμε
εσείς αναδιοργανώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδιοργάνωσαν / αναδιοργανώσαν / αναδιοργανώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναδιοργανώνω
εσύ θα αναδιοργανώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναδιοργανώνει
εμείς θα αναδιοργανώνουμε
εσείς θα αναδιοργανώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναδιοργανώνουν / θα αναδιοργανώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναδιοργανώσω
εσύ θα αναδιοργανώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναδιοργανώσει
εμείς θα αναδιοργανώσουμε
εσείς θα αναδιοργανώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναδιοργανώσουν / θα αναδιοργανώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναδιοργανώσω
εσύ να αναδιοργανώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναδιοργανώσει
εμείς να αναδιοργανώσουμε
εσείς να αναδιοργανώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναδιοργανώσουν / αναδιοργανώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναδιοργανώσει
εσύ έχεις αναδιοργανώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναδιοργανώσει
εμείς έχουμε αναδιοργανώσει
εσείς έχετε αναδιοργανώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναδιοργανώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναδιοργανώσει
εσύ είχες αναδιοργανώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναδιοργανώσει
εμείς είχαμε αναδιοργανώσει
εσείς είχατε αναδιοργανώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναδιοργανώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναδιοργανώσει
εσύ θα έχεις αναδιοργανώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναδιοργανώσει
εμείς θα έχουμε αναδιοργανώσει
εσείς θα έχετε αναδιοργανώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναδιοργανώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αναδιοργάνωνε
(εσείς) αναδιοργανώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναδιοργάνωσε
(εσείς) αναδιοργανώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναδιοργανώνομαι
εσύ αναδιοργανώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναδιοργανώνεται
εμείς αναδιοργανωνόμαστε
εσείς αναδιοργανώνεστε / αναδιοργανωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδιοργανώνονται

Παρατατικός

εγώ αναδιοργανωνόμουν / αναδιοργανωνόμουνα
εσύ αναδιοργανωνόσουν / αναδιοργανωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναδιοργανωνόταν / αναδιοργανωνότανε
εμείς αναδιοργανωνόμασταν / αναδιοργανωνόμαστε
εσείς αναδιοργανωνόσασταν / αναδιοργανωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδιοργανώνονταν / αναδιοργανωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ αναδιοργανώθηκα
εσύ αναδιοργανώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναδιοργανώθηκε
εμείς αναδιοργανωθήκαμε
εσείς αναδιοργανωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδιοργανώθηκαν / αναδιοργανωθήκαν / αναδιοργανωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναδιοργανώνομαι
εσύ θα αναδιοργανώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναδιοργανώνεται
εμείς θα αναδιοργανωνόμαστε
εσείς θα αναδιοργανώνεστε / θα αναδιοργανωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναδιοργανώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναδιοργανωθώ
εσύ θα αναδιοργανωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναδιοργανωθεί
εμείς θα αναδιοργανωθούμε
εσείς θα αναδιοργανωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναδιοργανωθούν / θα αναδιοργανωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναδιοργανωθώ
εσύ να αναδιοργανωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναδιοργανωθεί
εμείς να αναδιοργανωθούμε
εσείς να αναδιοργανωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναδιοργανωθούν / αναδιοργανωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναδιοργανωθεί
εσύ έχεις αναδιοργανωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναδιοργανωθεί
εμείς έχουμε αναδιοργανωθεί
εσείς έχετε αναδιοργανωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναδιοργανωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναδιοργανωθεί
εσύ είχες αναδιοργανωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναδιοργανωθεί
εμείς είχαμε αναδιοργανωθεί
εσείς είχατε αναδιοργανωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναδιοργανωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναδιοργανωθεί
εσύ θα έχεις αναδιοργανωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναδιοργανωθεί
εμείς θα έχουμε αναδιοργανωθεί
εσείς θα έχετε αναδιοργανωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναδιοργανωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αναδιοργανώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναδιοργανώσου
(εσείς) αναδιοργανωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναδιοργανώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αναδιοργανώσει

Μετοχή παρακειμένου

αναδιοργανωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αναδιοργανώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αναδιοργανωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.