Κλίση του ρήματος αναδεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναδεύω
to agitate (mix vigorously, particularly mechanically, to produce even mixture)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναδεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναδεύω
εσύ αναδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αναδεύει
εμείς αναδεύουμε
εσείς αναδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδεύουν / αναδεύουνε

Παρατατικός

εγώ ανάδευα
εσύ ανάδευες
αυτός/αυτή/αυτό ανάδευε
εμείς αναδεύαμε
εσείς αναδεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανάδευαν / αναδεύαν / αναδεύανε

Αόριστος

εγώ ανάδεψα / ανάδευσα
εσύ ανάδεψες / ανάδευσες
αυτός/αυτή/αυτό ανάδεψε / ανάδευσε
εμείς αναδέψαμε / αναδεύσαμε
εσείς αναδέψατε / αναδεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ανάδεψαν / αναδέψαν / αναδέψανε / ανάδευσαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναδεύω
εσύ θα αναδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναδεύει
εμείς θα αναδεύουμε
εσείς θα αναδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναδεύουν / θα αναδεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναδέψω / θα αναδεύσω
εσύ θα αναδέψεις / θα αναδεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναδέψει / θα αναδεύσει
εμείς θα αναδέψουμε / θα αναδεύσουμε
εσείς θα αναδέψετε / θα αναδεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναδέψουν / θα αναδέψουνε / θα αναδεύσουν / θα αναδεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναδέψω / αναδεύσω
εσύ να αναδέψεις / αναδεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναδέψει / αναδεύσει
εμείς να αναδέψουμε / αναδεύσουμε
εσείς να αναδέψετε / αναδεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναδέψουν / αναδέψουνε / αναδεύσουν / αναδεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναδέψει / αναδεύσει
εσύ έχεις αναδέψει / αναδεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναδέψει / αναδεύσει
εμείς έχουμε αναδέψει / αναδεύσει
εσείς έχετε αναδέψει / αναδεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναδέψει / αναδεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναδέψει / αναδεύσει
εσύ είχες αναδέψει / αναδεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναδέψει / αναδεύσει
εμείς είχαμε αναδέψει / αναδεύσει
εσείς είχατε αναδέψει / αναδεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναδέψει / αναδεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναδέψει / αναδεύσει
εσύ θα έχεις αναδέψει / αναδεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναδέψει / αναδεύσει
εμείς θα έχουμε αναδέψει / αναδεύσει
εσείς θα έχετε αναδέψει / αναδεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναδέψει / αναδεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ανάδευε
(εσείς) αναδεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ανάδεψε / ανάδευσε
(εσείς) αναδέψτε / αναδεύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναδεύομαι
εσύ αναδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναδεύεται
εμείς αναδευόμαστε
εσείς αναδεύεστε / αναδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδεύονται

Παρατατικός

εγώ αναδευόμουν / αναδευόμουνα
εσύ αναδευόσουν / αναδευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναδευόταν / αναδευότανε
εμείς αναδευόμασταν / αναδευόμαστε
εσείς αναδευόσασταν / αναδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδεύονταν / αναδευόντουσαν

Αόριστος

εγώ αναδεύτηκα / αναδεύθηκα
εσύ αναδεύτηκες / αναδεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναδεύτηκε / αναδεύθηκε
εμείς αναδευτήκαμε / αναδευθήκαμε
εσείς αναδευτήκατε / αναδευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδεύτηκαν / αναδευτήκαν / αναδευτήκανε / αναδεύθηκαν / αναδευθήκαν / αναδευθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναδεύομαι
εσύ θα αναδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναδεύεται
εμείς θα αναδευόμαστε
εσείς θα αναδεύεστε / θα αναδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναδεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναδευτώ / θα αναδευθώ
εσύ θα αναδευτείς / θα αναδευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναδευτεί / θα αναδευθεί
εμείς θα αναδευτούμε / θα αναδευθούμε
εσείς θα αναδευτείτε / θα αναδευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναδευτούν / θα αναδευτούνε / θα αναδευθούν / θα αναδευθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναδευτώ / αναδευθώ
εσύ να αναδευτείς / αναδευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναδευτεί / αναδευθεί
εμείς να αναδευτούμε / αναδευθούμε
εσείς να αναδευτείτε / αναδευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναδευτούν / αναδευτούνε / αναδευθούν / αναδευθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναδευτεί / αναδευθεί
εσύ έχεις αναδευτεί / αναδευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναδευτεί / αναδευθεί
εμείς έχουμε αναδευτεί / αναδευθεί
εσείς έχετε αναδευτεί / αναδευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναδευτεί / αναδευθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναδευτεί / αναδευθεί
εσύ είχες αναδευτεί / αναδευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναδευτεί / αναδευθεί
εμείς είχαμε αναδευτεί / αναδευθεί
εσείς είχατε αναδευτεί / αναδευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναδευτεί / αναδευθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναδευτεί / αναδευθεί
εσύ θα έχεις αναδευτεί / αναδευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναδευτεί / αναδευθεί
εμείς θα έχουμε αναδευτεί / αναδευθεί
εσείς θα έχετε αναδευτεί / αναδευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναδευτεί / αναδευθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αναδεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναδέψου / αναδεύσου
(εσείς) αναδευτείτε / αναδευθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναδεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αναδέψει / αναδεύσει

Μετοχή παρακειμένου

αναδευμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αναδέψει / αναδεύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αναδευτεί / αναδευθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.