to become a sponsor or godparent
Πλήρης κλίση του ρήματος αναδέχομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναδέχομαι
εσύ αναδέχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναδέχεται
εμείς αναδεχόμαστε
εσείς αναδέχεσθε / αναδέχεστε / αναδεχόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδέχονται
Παρατατικός
εγώ αναδεχόμουν / αναδεχόμουνα
εσύ αναδεχόσουν / αναδεχόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναδεχόταν / αναδεχότανε
εμείς αναδεχόμασταν / αναδεχόμαστε
εσείς αναδεχόσασταν / αναδεχόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδέχονταν / αναδεχόντουσαν
Αόριστος
εγώ αναδέχθηκα / αναδέχτηκα
εσύ αναδέχθηκες / αναδέχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναδέχθηκε / αναδέχτηκε
εμείς αναδεχθήκαμε / αναδεχτήκαμε
εσείς αναδεχθήκατε / αναδεχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναδέχθηκαν / αναδεχθήκαν / αναδεχθήκανε / αναδέχτηκαν / αναδεχτήκαν / αναδεχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναδέχομαι
εσύ θα αναδέχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναδέχεται
εμείς θα αναδεχόμαστε
εσείς θα αναδέχεσθε / θα αναδέχεστε / θα αναδεχόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναδέχονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναδεχθώ / θα αναδεχτώ
εσύ θα αναδεχθείς / θα αναδεχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναδεχθεί / θα αναδεχτεί
εμείς θα αναδεχθούμε / θα αναδεχτούμε
εσείς θα αναδεχθείτε / θα αναδεχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναδεχθούν / θα αναδεχθούνε / θα αναδεχτούν / θα αναδεχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναδεχθώ / αναδεχτώ
εσύ να αναδεχθείς / αναδεχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναδεχθεί / αναδεχτεί
εμείς να αναδεχθούμε / αναδεχτούμε
εσείς να αναδεχθείτε / αναδεχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναδεχθούν / αναδεχθούνε / αναδεχτούν / αναδεχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναδεχθεί / αναδεχτεί
εσύ έχεις αναδεχθεί / αναδεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναδεχθεί / αναδεχτεί
εμείς έχουμε αναδεχθεί / αναδεχτεί
εσείς έχετε αναδεχθεί / αναδεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναδεχθεί / αναδεχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναδεχθεί / αναδεχτεί
εσύ είχες αναδεχθεί / αναδεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναδεχθεί / αναδεχτεί
εμείς είχαμε αναδεχθεί / αναδεχτεί
εσείς είχατε αναδεχθεί / αναδεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναδεχθεί / αναδεχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναδεχθεί / αναδεχτεί
εσύ θα έχεις αναδεχθεί / αναδεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναδεχθεί / αναδεχτεί
εμείς θα έχουμε αναδεχθεί / αναδεχτεί
εσείς θα έχετε αναδεχθεί / αναδεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναδεχθεί / αναδεχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναδέχεσθε / αναδέχεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναδέξου
(εσείς) αναδεχθείτε / αναδεχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αναδεχόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
αναδεχθεί / αναδεχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.