Κλίση του ρήματος αναγραμματίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναγραμματίζω
to anagram, make an anagram, anagrammatise (UK), anagrammatize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναγραμματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναγραμματίζω
εσύ αναγραμματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αναγραμματίζει
εμείς αναγραμματίζουμε
εσείς αναγραμματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγραμματίζουν / αναγραμματίζουνε

Παρατατικός

εγώ αναγραμμάτιζα
εσύ αναγραμμάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό αναγραμμάτιζε
εμείς αναγραμματίζαμε
εσείς αναγραμματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγραμμάτιζαν / αναγραμματίζαν / αναγραμματίζανε

Αόριστος

εγώ αναγραμμάτισα
εσύ αναγραμμάτισες
αυτός/αυτή/αυτό αναγραμμάτισε
εμείς αναγραμματίσαμε
εσείς αναγραμματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγραμμάτισαν / αναγραμματίσαν / αναγραμματίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναγραμματίζω
εσύ θα αναγραμματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναγραμματίζει
εμείς θα αναγραμματίζουμε
εσείς θα αναγραμματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναγραμματίζουν / θα αναγραμματίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναγραμματίσω
εσύ θα αναγραμματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναγραμματίσει
εμείς θα αναγραμματίσουμε
εσείς θα αναγραμματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναγραμματίσουν / θα αναγραμματίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναγραμματίσω
εσύ να αναγραμματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναγραμματίσει
εμείς να αναγραμματίσουμε
εσείς να αναγραμματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναγραμματίσουν / αναγραμματίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναγραμματίσει
εσύ έχεις αναγραμματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναγραμματίσει
εμείς έχουμε αναγραμματίσει
εσείς έχετε αναγραμματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναγραμματίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναγραμματίσει
εσύ είχες αναγραμματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναγραμματίσει
εμείς είχαμε αναγραμματίσει
εσείς είχατε αναγραμματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναγραμματίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναγραμματίσει
εσύ θα έχεις αναγραμματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναγραμματίσει
εμείς θα έχουμε αναγραμματίσει
εσείς θα έχετε αναγραμματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναγραμματίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αναγραμμάτιζε
(εσείς) αναγραμματίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναγραμμάτισε
(εσείς) αναγραμματίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναγραμματίζοντας / έχοντας αναγραμματίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αναγραμματισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αναγραμματίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.