Κλίση του ρήματος αναγουλιάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναγουλιάζω
to nauseate, make queasy (make liable to vomit)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναγουλιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναγουλιάζω
εσύ αναγουλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αναγουλιάζει
εμείς αναγουλιάζουμε
εσείς αναγουλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγουλιάζουν / αναγουλιάζουνε

Παρατατικός

εγώ αναγούλιαζα
εσύ αναγούλιαζες
αυτός/αυτή/αυτό αναγούλιαζε
εμείς αναγουλιάζαμε
εσείς αναγουλιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγούλιαζαν / αναγουλιάζαν / αναγουλιάζανε

Αόριστος

εγώ αναγούλιασα
εσύ αναγούλιασες
αυτός/αυτή/αυτό αναγούλιασε
εμείς αναγουλιάσαμε
εσείς αναγουλιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγούλιασαν / αναγουλιάσαν / αναγουλιάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναγουλιάζω
εσύ θα αναγουλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναγουλιάζει
εμείς θα αναγουλιάζουμε
εσείς θα αναγουλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναγουλιάζουν / θα αναγουλιάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναγουλιάσω
εσύ θα αναγουλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναγουλιάσει
εμείς θα αναγουλιάσουμε
εσείς θα αναγουλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναγουλιάσουν / θα αναγουλιάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναγουλιάσω
εσύ να αναγουλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναγουλιάσει
εμείς να αναγουλιάσουμε
εσείς να αναγουλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναγουλιάσουν / αναγουλιάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναγουλιάσει
εσύ έχεις αναγουλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναγουλιάσει
εμείς έχουμε αναγουλιάσει
εσείς έχετε αναγουλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναγουλιάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναγουλιάσει
εσύ είχες αναγουλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναγουλιάσει
εμείς είχαμε αναγουλιάσει
εσείς είχατε αναγουλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναγουλιάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναγουλιάσει
εσύ θα έχεις αναγουλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναγουλιάσει
εμείς θα έχουμε αναγουλιάσει
εσείς θα έχετε αναγουλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναγουλιάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αναγούλιαζε
(εσείς) αναγουλιάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναγούλιασε
(εσείς) αναγουλιάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναγουλιάζοντας / έχοντας αναγουλιάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αναγουλιασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αναγουλιάσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.