to nominate, vote
Πλήρης κλίση του ρήματος αναγορεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αvαγορεύω
εσύ αvαγορεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αvαγορεύει
εμείς αvαγορεύουμε
εσείς αvαγορεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αvαγορεύουν / αvαγορεύουνε
Παρατατικός
εγώ αvαγόρευα
εσύ αvαγόρευες
αυτός/αυτή/αυτό αvαγόρευε
εμείς αvαγορεύαμε
εσείς αvαγορεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αvαγόρευαν / αvαγορεύαν / αvαγορεύανε
Αόριστος
εγώ αvαγόρευσα
εσύ αvαγόρευσες
αυτός/αυτή/αυτό αvαγόρευσε
εμείς αvαγορεύσαμε
εσείς αvαγορεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αvαγόρευσαν / αvαγορεύσαν / αvαγορεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αvαγορεύω
εσύ θα αvαγορεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αvαγορεύει
εμείς θα αvαγορεύουμε
εσείς θα αvαγορεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αvαγορεύουν / θα αvαγορεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αvαγορεύσω
εσύ θα αvαγορεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αvαγορεύσει
εμείς θα αvαγορεύσουμε
εσείς θα αvαγορεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αvαγορεύσουν / θα αvαγορεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αvαγορεύσω
εσύ να αvαγορεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αvαγορεύσει
εμείς να αvαγορεύσουμε
εσείς να αvαγορεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αvαγορεύσουν / αvαγορεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αvαγορεύσει
εσύ έχεις αvαγορεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αvαγορεύσει
εμείς έχουμε αvαγορεύσει
εσείς έχετε αvαγορεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αvαγορεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αvαγορεύσει
εσύ είχες αvαγορεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αvαγορεύσει
εμείς είχαμε αvαγορεύσει
εσείς είχατε αvαγορεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αvαγορεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αvαγορεύσει
εσύ θα έχεις αvαγορεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αvαγορεύσει
εμείς θα έχουμε αvαγορεύσει
εσείς θα έχετε αvαγορεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αvαγορεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αvαγόρευε
(εσείς) αvαγορεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αvαγόρευσε
(εσείς) αvαγορεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αvαγορεύομαι
εσύ αvαγορεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αvαγορεύεται
εμείς αvαγορευόμαστε
εσείς αvαγορεύεστε / αvαγορευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αvαγορεύονται
Παρατατικός
εγώ αvαγορευόμουν / αvαγορευόμουνα
εσύ αvαγορευόσουν / αvαγορευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αvαγορευόταν / αvαγορευότανε
εμείς αvαγορευόμασταν / αvαγορευόμαστε
εσείς αvαγορευόσασταν / αvαγορευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αvαγορεύονταν / αvαγορευόντουσαν
Αόριστος
εγώ αvαγορεύτηκα / αvαγορεύθηκα
εσύ αvαγορεύτηκες / αvαγορεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αvαγορεύτηκε / αvαγορεύθηκε
εμείς αvαγορευτήκαμε / αvαγορευθήκαμε
εσείς αvαγορευτήκατε / αvαγορευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αvαγορεύτηκαν / αvαγορευτήκαν / αvαγορευτήκανε / αvαγορεύθηκαν / αvαγορευθήκαν / αvαγορευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αvαγορεύομαι
εσύ θα αvαγορεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αvαγορεύεται
εμείς θα αvαγορευόμαστε
εσείς θα αvαγορεύεστε / θα αvαγορευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αvαγορεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αvαγορευτώ / θα αvαγορευθώ
εσύ θα αvαγορευτείς / θα αvαγορευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αvαγορευτεί / θα αvαγορευθεί
εμείς θα αvαγορευτούμε / θα αvαγορευθούμε
εσείς θα αvαγορευτείτε / θα αvαγορευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αvαγορευτούν / θα αvαγορευτούνε / θα αvαγορευθούν / θα αvαγορευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αvαγορευτώ / αvαγορευθώ
εσύ να αvαγορευτείς / αvαγορευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
εμείς να αvαγορευτούμε / αvαγορευθούμε
εσείς να αvαγορευτείτε / αvαγορευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αvαγορευτούν / αvαγορευτούνε / αvαγορευθούν / αvαγορευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
εσύ έχεις αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
εμείς έχουμε αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
εσείς έχετε αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
εσύ είχες αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
εμείς είχαμε αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
εσείς είχατε αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
εσύ θα έχεις αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
εμείς θα έχουμε αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
εσείς θα έχετε αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αvαγορεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αvαγορεύσου
(εσείς) αvαγορευτείτε / αvαγορευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αvαγορεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αvαγορεύσει
Μετοχή παρακειμένου
αvαγορευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αvαγορεύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αvαγορευτεί / αvαγορευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.