to regenerate, rejuvenate
Πλήρης κλίση του ρήματος αναγεννώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναγεννώ - αναγεννάω
εσύ αναγεννάς
αυτός/αυτή/αυτό αναγεννά - αναγεννάει
εμείς αναγεννούμε / αναγεννάμε
εσείς αναγεννάτε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγεννούν - αναγεννάνε / αναγεννούνε - αναγεννάνε / αναγεννάν
Παρατατικός
εγώ αναγεννούσα
εσύ αναγεννούσες
αυτός/αυτή/αυτό αναγεννούσε
εμείς αναγεννούσαμε
εσείς αναγεννούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγεννούσαν / αναγεννούσανε
Αόριστος
εγώ αναγέννησα
εσύ αναγέννησες
αυτός/αυτή/αυτό αναγέννησε
εμείς αναγεννήσαμε
εσείς αναγεννήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγέννησαν / αναγεννήσαν / αναγεννήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναγεννώ - αναγεννάω
εσύ θα αναγεννάς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναγεννά - αναγεννάει
εμείς θα αναγεννούμε / θα αναγεννάμε
εσείς θα αναγεννάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναγεννούν - αναγεννάνε / θα αναγεννούνε - αναγεννάνε / θα αναγεννάν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναγεννήσω
εσύ θα αναγεννήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναγεννήσει
εμείς θα αναγεννήσουμε
εσείς θα αναγεννήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναγεννήσουν / θα αναγεννήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναγεννήσω
εσύ να αναγεννήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναγεννήσει
εμείς να αναγεννήσουμε
εσείς να αναγεννήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναγεννήσουν / αναγεννήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναγεννήσει
εσύ έχεις αναγεννήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναγεννήσει
εμείς έχουμε αναγεννήσει
εσείς έχετε αναγεννήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναγεννήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναγεννήσει
εσύ είχες αναγεννήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναγεννήσει
εμείς είχαμε αναγεννήσει
εσείς είχατε αναγεννήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναγεννήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναγεννήσει
εσύ θα έχεις αναγεννήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναγεννήσει
εμείς θα έχουμε αναγεννήσει
εσείς θα έχετε αναγεννήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναγεννήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αναγέννα
(εσείς) αναγεννάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναγέννησε / αναγέννα
(εσείς) αναγεννήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναγεννώμαι - αναγεννιέμαι
εσύ αναγεννάσαι - αναγεννιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναγεννάται - αναγεννιέται
εμείς αναγεννόμαστε
εσείς αναγεννάστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγεννώνται - αναγεννιούνται / ‑ιόνται
Παρατατικός
εγώ —² - αναγεννιόμουν / —² - αναγεννιόμουνα
εσύ — - αναγεννιόσουν / — - αναγεννιόσουνα
εμείς — - αναγεννιόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς — - αναγεννιόσασταν / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγεννιόντουσαν / αναγεννιούνταν
Αόριστος
εγώ αναγεννήθηκα
εσύ αναγεννήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναγεννήθηκε
εμείς αναγεννηθήκαμε
εσείς αναγεννηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγεννήθηκαν / αναγεννηθήκαν / αναγεννηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναγεννώμαι - αναγεννιέμαι
εσύ θα αναγεννάσαι - αναγεννιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναγεννάται - αναγεννιέται
εμείς θα αναγεννόμαστε
εσείς θα αναγεννάστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναγεννώνται - αναγεννιούνται / θα ‑ιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναγεννηθώ
εσύ θα αναγεννηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναγεννηθεί
εμείς θα αναγεννηθούμε
εσείς θα αναγεννηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναγεννηθούν / θα αναγεννηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναγεννηθώ
εσύ να αναγεννηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναγεννηθεί
εμείς να αναγεννηθούμε
εσείς να αναγεννηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναγεννηθούν / αναγεννηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναγεννηθεί
εσύ έχεις αναγεννηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναγεννηθεί
εμείς έχουμε αναγεννηθεί
εσείς έχετε αναγεννηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναγεννηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναγεννηθεί
εσύ είχες αναγεννηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναγεννηθεί
εμείς είχαμε αναγεννηθεί
εσείς είχατε αναγεννηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναγεννηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναγεννηθεί
εσύ θα έχεις αναγεννηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναγεννηθεί
εμείς θα έχουμε αναγεννηθεί
εσείς θα έχετε αναγεννηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναγεννηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αναγεννάστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναγεννήσου
(εσείς) αναγεννηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναγεννώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αναγεννήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αναγεννώμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
αναγεννημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αναγεννήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αναγεννηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.