to delight, fill with joy, make happy
Πλήρης κλίση του ρήματος αναγαλλιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αναγαλλιάζω
εσύ αναγαλλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αναγαλλιάζει
εμείς αναγαλλιάζουμε
εσείς αναγαλλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγαλλιάζουν / αναγαλλιάζουνε
Παρατατικός
εγώ αναγάλλιαζα
εσύ αναγάλλιαζες
αυτός/αυτή/αυτό αναγάλλιαζε
εμείς αναγαλλιάζαμε
εσείς αναγαλλιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγάλλιαζαν / αναγαλλιάζαν / αναγαλλιάζανε
Αόριστος
εγώ αναγάλλιασα
εσύ αναγάλλιασες
αυτός/αυτή/αυτό αναγάλλιασε
εμείς αναγαλλιάσαμε
εσείς αναγαλλιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναγάλλιασαν / αναγαλλιάσαν / αναγαλλιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναγαλλιάζω
εσύ θα αναγαλλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναγαλλιάζει
εμείς θα αναγαλλιάζουμε
εσείς θα αναγαλλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναγαλλιάζουν / θα αναγαλλιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναγαλλιάσω
εσύ θα αναγαλλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναγαλλιάσει
εμείς θα αναγαλλιάσουμε
εσείς θα αναγαλλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναγαλλιάσουν / θα αναγαλλιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αναγαλλιάσω
εσύ να αναγαλλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναγαλλιάσει
εμείς να αναγαλλιάσουμε
εσείς να αναγαλλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναγαλλιάσουν / αναγαλλιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αναγαλλιάσει
εσύ έχεις αναγαλλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναγαλλιάσει
εμείς έχουμε αναγαλλιάσει
εσείς έχετε αναγαλλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναγαλλιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αναγαλλιάσει
εσύ είχες αναγαλλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναγαλλιάσει
εμείς είχαμε αναγαλλιάσει
εσείς είχατε αναγαλλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναγαλλιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αναγαλλιάσει
εσύ θα έχεις αναγαλλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναγαλλιάσει
εμείς θα έχουμε αναγαλλιάσει
εσείς θα έχετε αναγαλλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναγαλλιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αναγάλλιαζε
(εσείς) αναγαλλιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αναγάλλιασε
(εσείς) αναγαλλιάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αναγαλλιάζοντας / έχοντας αναγαλλιάσει
Απαρέμφατο
αναγαλλιάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.