Κλίση του ρήματος αναβοσβήνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναβοσβήνω
to turn on and off (in rapid succession)
Πλήρης κλίση του ρήματος αναβοσβήνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναβοσβήνω
εσύ αναβοσβήνεις
αυτός/αυτή/αυτό αναβοσβήνει
εμείς αναβοσβήνουμε
εσείς αναβοσβήνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναβοσβήνουν / αναβοσβήνουνε

Παρατατικός

εγώ αναβόσβηνα
εσύ αναβόσβηνες
αυτός/αυτή/αυτό αναβόσβηνε
εμείς αναβοσβήναμε
εσείς αναβοσβήνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναβόσβηναν / αναβοσβήναν / αναβοσβήνανε

Αόριστος

εγώ αναβόσβησα
εσύ αναβόσβησες
αυτός/αυτή/αυτό αναβόσβησε
εμείς αναβοσβήσαμε
εσείς αναβοσβήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναβόσβησαν / αναβοσβήσαν / αναβοσβήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναβοσβήνω
εσύ θα αναβοσβήνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναβοσβήνει
εμείς θα αναβοσβήνουμε
εσείς θα αναβοσβήνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναβοσβήνουν / θα αναβοσβήνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναβοσβήσω
εσύ θα αναβοσβήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναβοσβήσει
εμείς θα αναβοσβήσουμε
εσείς θα αναβοσβήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναβοσβήσουν / θα αναβοσβήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναβοσβήσω
εσύ να αναβοσβήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναβοσβήσει
εμείς να αναβοσβήσουμε
εσείς να αναβοσβήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναβοσβήσουν / αναβοσβήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναβοσβήσει
εσύ έχεις αναβοσβήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναβοσβήσει
εμείς έχουμε αναβοσβήσει
εσείς έχετε αναβοσβήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναβοσβήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναβοσβήσει
εσύ είχες αναβοσβήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναβοσβήσει
εμείς είχαμε αναβοσβήσει
εσείς είχατε αναβοσβήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναβοσβήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναβοσβήσει
εσύ θα έχεις αναβοσβήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναβοσβήσει
εμείς θα έχουμε αναβοσβήσει
εσείς θα έχετε αναβοσβήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναβοσβήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αναβόσβηνε
(εσείς) αναβοσβήνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναβόσβησε
(εσείς) αναβοσβήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναβοσβήνοντας / έχοντας αναβοσβήσει

Απαρέμφατο

αναβοσβήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.