Κλίση του ρήματος αναβαθμίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αναβαθμίζω
to upgrade, promote
Πλήρης κλίση του ρήματος αναβαθμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναβαθμίζω
εσύ αναβαθμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αναβαθμίζει
εμείς αναβαθμίζουμε
εσείς αναβαθμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αναβαθμίζουν / αναβαθμίζουνε

Παρατατικός

εγώ αναβάθμιζα
εσύ αναβάθμιζες
αυτός/αυτή/αυτό αναβάθμιζε
εμείς αναβαθμίζαμε
εσείς αναβαθμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναβάθμιζαν / αναβαθμίζαν / αναβαθμίζανε

Αόριστος

εγώ αναβάθμισα
εσύ αναβάθμισες
αυτός/αυτή/αυτό αναβάθμισε
εμείς αναβαθμίσαμε
εσείς αναβαθμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναβάθμισαν / αναβαθμίσαν / αναβαθμίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναβαθμίζω
εσύ θα αναβαθμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναβαθμίζει
εμείς θα αναβαθμίζουμε
εσείς θα αναβαθμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναβαθμίζουν / θα αναβαθμίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναβαθμίσω
εσύ θα αναβαθμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αναβαθμίσει
εμείς θα αναβαθμίσουμε
εσείς θα αναβαθμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναβαθμίσουν / θα αναβαθμίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναβαθμίσω
εσύ να αναβαθμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αναβαθμίσει
εμείς να αναβαθμίσουμε
εσείς να αναβαθμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναβαθμίσουν / αναβαθμίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναβαθμίσει
εσύ έχεις αναβαθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναβαθμίσει
εμείς έχουμε αναβαθμίσει
εσείς έχετε αναβαθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναβαθμίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναβαθμίσει
εσύ είχες αναβαθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναβαθμίσει
εμείς είχαμε αναβαθμίσει
εσείς είχατε αναβαθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναβαθμίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναβαθμίσει
εσύ θα έχεις αναβαθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναβαθμίσει
εμείς θα έχουμε αναβαθμίσει
εσείς θα έχετε αναβαθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναβαθμίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αναβάθμιζε
(εσείς) αναβαθμίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναβάθμισε
(εσείς) αναβαθμίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αναβαθμίζομαι
εσύ αναβαθμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αναβαθμίζεται
εμείς αναβαθμιζόμαστε
εσείς αναβαθμίζεστε / αναβαθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναβαθμίζονται

Παρατατικός

εγώ αναβαθμιζόμουν / αναβαθμιζόμουνα
εσύ αναβαθμιζόσουν / αναβαθμιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αναβαθμιζόταν / αναβαθμιζότανε
εμείς αναβαθμιζόμασταν / αναβαθμιζόμαστε
εσείς αναβαθμιζόσασταν / αναβαθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αναβαθμίζονταν / αναβαθμιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ αναβαθμίστηκα
εσύ αναβαθμίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αναβαθμίστηκε
εμείς αναβαθμιστήκαμε
εσείς αναβαθμιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αναβαθμίστηκαν / αναβαθμιστήκαν / αναβαθμιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αναβαθμίζομαι
εσύ θα αναβαθμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αναβαθμίζεται
εμείς θα αναβαθμιζόμαστε
εσείς θα αναβαθμίζεστε / θα αναβαθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναβαθμίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αναβαθμιστώ
εσύ θα αναβαθμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αναβαθμιστεί
εμείς θα αναβαθμιστούμε
εσείς θα αναβαθμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αναβαθμιστούν / θα αναβαθμιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αναβαθμιστώ
εσύ να αναβαθμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αναβαθμιστεί
εμείς να αναβαθμιστούμε
εσείς να αναβαθμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αναβαθμιστούν / αναβαθμιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αναβαθμιστεί
εσύ έχεις αναβαθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αναβαθμιστεί
εμείς έχουμε αναβαθμιστεί
εσείς έχετε αναβαθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αναβαθμιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αναβαθμιστεί
εσύ είχες αναβαθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αναβαθμιστεί
εμείς είχαμε αναβαθμιστεί
εσείς είχατε αναβαθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αναβαθμιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αναβαθμιστεί
εσύ θα έχεις αναβαθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αναβαθμιστεί
εμείς θα έχουμε αναβαθμιστεί
εσείς θα έχετε αναβαθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αναβαθμιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αναβαθμίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αναβαθμίσου
(εσείς) αναβαθμιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αναβαθμίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αναβαθμίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αναβαθμιζόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

αναβαθμισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αναβαθμίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αναβαθμιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.