to hesitate, to vacillate, to waver
Πλήρης κλίση του ρήματος αμφιταλαντεύομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αμφιταλαντεύομαι
εσύ αμφιταλαντεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αμφιταλαντεύεται
εμείς αμφιταλαντευόμαστε
εσείς αμφιταλαντεύεστε / αμφιταλαντευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αμφιταλαντεύονται
Παρατατικός
εγώ αμφιταλαντευόμουν / αμφιταλαντευόμουνα
εσύ αμφιταλαντευόσουν / αμφιταλαντευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αμφιταλαντευόταν / αμφιταλαντευότανε
εμείς αμφιταλαντευόμασταν / αμφιταλαντευόμαστε
εσείς αμφιταλαντευόσασταν / αμφιταλαντευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αμφιταλαντεύονταν / αμφιταλαντευόντουσαν
Αόριστος
εγώ αμφιταλαντεύτηκα / αμφιταλαντεύθηκα
εσύ αμφιταλαντεύτηκες / αμφιταλαντεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αμφιταλαντεύτηκε / αμφιταλαντεύθηκε
εμείς αμφιταλαντευτήκαμε / αμφιταλαντευθήκαμε
εσείς αμφιταλαντευτήκατε / αμφιταλαντευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμφιταλαντεύτηκαν / αμφιταλαντευτήκαν / αμφιταλαντευτήκανε / αμφιταλαντεύθηκαν / αμφιταλαντευθήκαν / αμφιταλαντευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αμφιταλαντεύομαι
εσύ θα αμφιταλαντεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αμφιταλαντεύεται
εμείς θα αμφιταλαντευόμαστε
εσείς θα αμφιταλαντεύεστε / θα αμφιταλαντευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμφιταλαντεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμφιταλαντευτώ / θα αμφιταλαντευθώ
εσύ θα αμφιταλαντευτείς / θα αμφιταλαντευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αμφιταλαντευτεί / θα αμφιταλαντευθεί
εμείς θα αμφιταλαντευτούμε / θα αμφιταλαντευθούμε
εσείς θα αμφιταλαντευτείτε / θα αμφιταλαντευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμφιταλαντευτούν / θα αμφιταλαντευτούνε / θα αμφιταλαντευθούν / θα αμφιταλαντευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αμφιταλαντευτώ / αμφιταλαντευθώ
εσύ να αμφιταλαντευτείς / αμφιταλαντευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
εμείς να αμφιταλαντευτούμε / αμφιταλαντευθούμε
εσείς να αμφιταλαντευτείτε / αμφιταλαντευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αμφιταλαντευτούν / αμφιταλαντευτούνε / αμφιταλαντευθούν / αμφιταλαντευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
εσύ έχεις αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
εμείς έχουμε αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
εσείς έχετε αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
εσύ είχες αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
εμείς είχαμε αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
εσείς είχατε αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
εσύ θα έχεις αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
εμείς θα έχουμε αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
εσείς θα έχετε αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αμφιταλαντεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αμφιταλαντεύσου
(εσείς) αμφιταλαντευτείτε / αμφιταλαντευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
αμφιταλαντευτεί / αμφιταλαντευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.