to doubt, have doubts
Πλήρης κλίση του ρήματος αμφιβάλλω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αμφιβάλλω
εσύ αμφιβάλλεις
αυτός/αυτή/αυτό αμφιβάλλει
εμείς αμφιβάλλουμε
εσείς αμφιβάλλετε
αυτοί/αυτές/αυτά αμφιβάλλουν / αμφιβάλλουνε
Παρατατικός
εσύ αμφέβαλλες
αυτός/αυτή/αυτό αμφέβαλλε
εμείς αμφιβάλλαμε
εσείς αμφιβάλλατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμφέβαλλαν / αμφιβάλλαν / αμφιβάλλανε
Αόριστος
εσύ αμφέβαλες
αυτός/αυτή/αυτό αμφέβαλε
εμείς αμφιβάλαμε
εσείς αμφιβάλατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμφέβαλαν / αμφιβάλαν / αμφιβάλανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αμφιβάλλω
εσύ θα αμφιβάλλεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αμφιβάλλει
εμείς θα αμφιβάλλουμε
εσείς θα αμφιβάλλετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμφιβάλλουν / θα αμφιβάλλουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμφιβάλω
εσύ θα αμφιβάλεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αμφιβάλει
εμείς θα αμφιβάλουμε
εσείς θα αμφιβάλετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμφιβάλουν / θα αμφιβάλουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αμφιβάλω
εσύ να αμφιβάλεις
αυτός/αυτή/αυτό να αμφιβάλει
εμείς να αμφιβάλουμε
εσείς να αμφιβάλετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αμφιβάλουν / αμφιβάλουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αμφιβάλει
εσύ έχεις αμφιβάλει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αμφιβάλει
εμείς έχουμε αμφιβάλει
εσείς έχετε αμφιβάλει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αμφιβάλει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αμφιβάλει
εσύ είχες αμφιβάλει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αμφιβάλει
εμείς είχαμε αμφιβάλει
εσείς είχατε αμφιβάλει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αμφιβάλει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αμφιβάλει
εσύ θα έχεις αμφιβάλει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αμφιβάλει
εμείς θα έχουμε αμφιβάλει
εσείς θα έχετε αμφιβάλει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αμφιβάλει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αμφιβάλλετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) αμφιβάλετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αμφιβάλλοντας / έχοντας αμφιβάλει
Απαρέμφατο
αμφιβάλει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.