to bolt, bar (a door, gate, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος αμπαρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αμπαρώνω
εσύ αμπαρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αμπαρώνει
εμείς αμπαρώνουμε
εσείς αμπαρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αμπαρώνουν / αμπαρώνουνε
Παρατατικός
εγώ αμπάρωνα
εσύ αμπάρωνες
αυτός/αυτή/αυτό αμπάρωνε
εμείς αμπαρώναμε
εσείς αμπαρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμπάρωναν / αμπαρώναν / αμπαρώνανε
Αόριστος
εγώ αμπάρωσα
εσύ αμπάρωσες
αυτός/αυτή/αυτό αμπάρωσε
εμείς αμπαρώσαμε
εσείς αμπαρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμπάρωσαν / αμπαρώσαν / αμπαρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αμπαρώνω
εσύ θα αμπαρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αμπαρώνει
εμείς θα αμπαρώνουμε
εσείς θα αμπαρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμπαρώνουν / θα αμπαρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμπαρώσω
εσύ θα αμπαρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αμπαρώσει
εμείς θα αμπαρώσουμε
εσείς θα αμπαρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμπαρώσουν / θα αμπαρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αμπαρώσω
εσύ να αμπαρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αμπαρώσει
εμείς να αμπαρώσουμε
εσείς να αμπαρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αμπαρώσουν / αμπαρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αμπαρώσει
εσύ έχεις αμπαρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αμπαρώσει
εμείς έχουμε αμπαρώσει
εσείς έχετε αμπαρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αμπαρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αμπαρώσει
εσύ είχες αμπαρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αμπαρώσει
εμείς είχαμε αμπαρώσει
εσείς είχατε αμπαρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αμπαρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αμπαρώσει
εσύ θα έχεις αμπαρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αμπαρώσει
εμείς θα έχουμε αμπαρώσει
εσείς θα έχετε αμπαρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αμπαρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αμπάρωνε
(εσείς) αμπαρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αμπάρωσε
(εσείς) αμπαρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αμπαρώνομαι
εσύ αμπαρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αμπαρώνεται
εμείς αμπαρωνόμαστε
εσείς αμπαρώνεστε / αμπαρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αμπαρώνονται
Παρατατικός
εγώ αμπαρωνόμουν / αμπαρωνόμουνα
εσύ αμπαρωνόσουν / αμπαρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αμπαρωνόταν / αμπαρωνότανε
εμείς αμπαρωνόμασταν / αμπαρωνόμαστε
εσείς αμπαρωνόσασταν / αμπαρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αμπαρώνονταν / αμπαρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ αμπαρώθηκα
εσύ αμπαρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αμπαρώθηκε
εμείς αμπαρωθήκαμε
εσείς αμπαρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμπαρώθηκαν / αμπαρωθήκαν / αμπαρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αμπαρώνομαι
εσύ θα αμπαρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αμπαρώνεται
εμείς θα αμπαρωνόμαστε
εσείς θα αμπαρώνεστε / θα αμπαρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμπαρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμπαρωθώ
εσύ θα αμπαρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αμπαρωθεί
εμείς θα αμπαρωθούμε
εσείς θα αμπαρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμπαρωθούν / θα αμπαρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αμπαρωθώ
εσύ να αμπαρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αμπαρωθεί
εμείς να αμπαρωθούμε
εσείς να αμπαρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αμπαρωθούν / αμπαρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αμπαρωθεί
εσύ έχεις αμπαρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αμπαρωθεί
εμείς έχουμε αμπαρωθεί
εσείς έχετε αμπαρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αμπαρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αμπαρωθεί
εσύ είχες αμπαρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αμπαρωθεί
εμείς είχαμε αμπαρωθεί
εσείς είχατε αμπαρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αμπαρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αμπαρωθεί
εσύ θα έχεις αμπαρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αμπαρωθεί
εμείς θα έχουμε αμπαρωθεί
εσείς θα έχετε αμπαρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αμπαρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αμπαρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αμπαρώσου
(εσείς) αμπαρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αμπαρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αμπαρώσει
Μετοχή παρακειμένου
αμπαρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αμπαρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αμπαρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.