to grant amnesty, pardon
Πλήρης κλίση του ρήματος αμνηστεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αμνηστεύω
εσύ αμνηστεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αμνηστεύει
εμείς αμνηστεύουμε
εσείς αμνηστεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αμνηστεύουν / αμνηστεύουνε
Παρατατικός
εγώ αμνήστευα
εσύ αμνήστευες
αυτός/αυτή/αυτό αμνήστευε
εμείς αμνηστεύαμε
εσείς αμνηστεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμνήστευαν / αμνηστεύαν / αμνηστεύανε
Αόριστος
εγώ αμνήστευσα
εσύ αμνήστευσες
αυτός/αυτή/αυτό αμνήστευσε
εμείς αμνηστεύσαμε
εσείς αμνηστεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμνήστευσαν / αμνηστεύσαν / αμνηστεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αμνηστεύω
εσύ θα αμνηστεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αμνηστεύει
εμείς θα αμνηστεύουμε
εσείς θα αμνηστεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμνηστεύουν / θα αμνηστεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμνηστεύσω
εσύ θα αμνηστεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αμνηστεύσει
εμείς θα αμνηστεύσουμε
εσείς θα αμνηστεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμνηστεύσουν / θα αμνηστεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αμνηστεύσω
εσύ να αμνηστεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αμνηστεύσει
εμείς να αμνηστεύσουμε
εσείς να αμνηστεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αμνηστεύσουν / αμνηστεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αμνηστεύσει
εσύ έχεις αμνηστεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αμνηστεύσει
εμείς έχουμε αμνηστεύσει
εσείς έχετε αμνηστεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αμνηστεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αμνηστεύσει
εσύ είχες αμνηστεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αμνηστεύσει
εμείς είχαμε αμνηστεύσει
εσείς είχατε αμνηστεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αμνηστεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αμνηστεύσει
εσύ θα έχεις αμνηστεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αμνηστεύσει
εμείς θα έχουμε αμνηστεύσει
εσείς θα έχετε αμνηστεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αμνηστεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αμνήστευε
(εσείς) αμνηστεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αμνήστευσε
(εσείς) αμνηστεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αμνηστεύομαι
εσύ αμνηστεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αμνηστεύεται
εμείς αμνηστευόμαστε
εσείς αμνηστεύεστε / αμνηστευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αμνηστεύονται
Παρατατικός
εγώ αμνηστευόμουν / αμνηστευόμουνα
εσύ αμνηστευόσουν / αμνηστευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αμνηστευόταν / αμνηστευότανε
εμείς αμνηστευόμασταν / αμνηστευόμαστε
εσείς αμνηστευόσασταν / αμνηστευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αμνηστεύονταν / αμνηστευόντουσαν
Αόριστος
εγώ αμνηστεύτηκα / αμνηστεύθηκα
εσύ αμνηστεύτηκες / αμνηστεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αμνηστεύτηκε / αμνηστεύθηκε
εμείς αμνηστευτήκαμε / αμνηστευθήκαμε
εσείς αμνηστευτήκατε / αμνηστευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμνηστεύτηκαν / αμνηστευτήκαν / αμνηστευτήκανε / αμνηστεύθηκαν / αμνηστευθήκαν / αμνηστευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αμνηστεύομαι
εσύ θα αμνηστεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αμνηστεύεται
εμείς θα αμνηστευόμαστε
εσείς θα αμνηστεύεστε / θα αμνηστευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμνηστεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμνηστευτώ / θα αμνηστευθώ
εσύ θα αμνηστευτείς / θα αμνηστευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αμνηστευτεί / θα αμνηστευθεί
εμείς θα αμνηστευτούμε / θα αμνηστευθούμε
εσείς θα αμνηστευτείτε / θα αμνηστευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμνηστευτούν / θα αμνηστευτούνε / θα αμνηστευθούν / θα αμνηστευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αμνηστευτώ / αμνηστευθώ
εσύ να αμνηστευτείς / αμνηστευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
εμείς να αμνηστευτούμε / αμνηστευθούμε
εσείς να αμνηστευτείτε / αμνηστευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αμνηστευτούν / αμνηστευτούνε / αμνηστευθούν / αμνηστευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
εσύ έχεις αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
εμείς έχουμε αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
εσείς έχετε αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
εσύ είχες αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
εμείς είχαμε αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
εσείς είχατε αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
εσύ θα έχεις αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
εμείς θα έχουμε αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
εσείς θα έχετε αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αμνηστεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αμνηστεύσου
(εσείς) αμνηστευτείτε / αμνηστευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αμνηστεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αμνηστεύσει
Μετοχή παρακειμένου
αμνηστευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αμνηστεύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αμνηστευτεί / αμνηστευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.