Κλίση του ρήματος αμεροληπτώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αμεροληπτώ
to be impartial, be unbiased
Πλήρης κλίση του ρήματος αμεροληπτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αμεροληπτώ
εσύ αμεροληπτείς
αυτός/αυτή/αυτό αμεροληπτεί
εμείς αμεροληπτούμε
εσείς αμεροληπτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αμεροληπτούν / αμεροληπτούνε

Παρατατικός

εγώ αμεροληπτούσα
εσύ αμεροληπτούσες
αυτός/αυτή/αυτό αμεροληπτούσε
εμείς αμεροληπτούσαμε
εσείς αμεροληπτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμεροληπτούσαν / αμεροληπτούσανε

Αόριστος

εγώ αμερολήπτησα
εσύ αμερολήπτησες
αυτός/αυτή/αυτό αμερολήπτησε
εμείς αμεροληπτήσαμε
εσείς αμεροληπτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμερολήπτησαν / αμεροληπτήσαν / αμεροληπτήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αμεροληπτώ
εσύ θα αμεροληπτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αμεροληπτεί
εμείς θα αμεροληπτούμε
εσείς θα αμεροληπτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμεροληπτούν / θα αμεροληπτούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αμεροληπτήσω
εσύ θα αμεροληπτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αμεροληπτήσει
εμείς θα αμεροληπτήσουμε
εσείς θα αμεροληπτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμεροληπτήσουν / θα αμεροληπτήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αμεροληπτήσω
εσύ να αμεροληπτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αμεροληπτήσει
εμείς να αμεροληπτήσουμε
εσείς να αμεροληπτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αμεροληπτήσουν / αμεροληπτήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αμεροληπτήσει
εσύ έχεις αμεροληπτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αμεροληπτήσει
εμείς έχουμε αμεροληπτήσει
εσείς έχετε αμεροληπτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αμεροληπτήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αμεροληπτήσει
εσύ είχες αμεροληπτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αμεροληπτήσει
εμείς είχαμε αμεροληπτήσει
εσείς είχατε αμεροληπτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αμεροληπτήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αμεροληπτήσει
εσύ θα έχεις αμεροληπτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αμεροληπτήσει
εμείς θα έχουμε αμεροληπτήσει
εσείς θα έχετε αμεροληπτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αμεροληπτήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αμεροληπτείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αμερολήπτησε
(εσείς) αμεροληπτήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αμεροληπτώντας / έχοντας αμεροληπτήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αμεροληπτημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αμεροληπτήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.