Κλίση του ρήματος αμελώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αμελώ
to neglect, forget
Πλήρης κλίση του ρήματος αμελώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αμελώ
εσύ αμελείς
αυτός/αυτή/αυτό αμελεί
εμείς αμελούμε
εσείς αμελείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αμελούν / αμελούνε

Παρατατικός

εγώ αμελούσα
εσύ αμελούσες
αυτός/αυτή/αυτό αμελούσε
εμείς αμελούσαμε
εσείς αμελούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμελούσαν / αμελούσανε

Αόριστος

εγώ αμέλησα
εσύ αμέλησες
αυτός/αυτή/αυτό αμέλησε
εμείς αμελήσαμε
εσείς αμελήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμέλησαν / αμελήσαν / αμελήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αμελώ
εσύ θα αμελείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αμελεί
εμείς θα αμελούμε
εσείς θα αμελείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμελούν / θα αμελούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αμελήσω
εσύ θα αμελήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αμελήσει
εμείς θα αμελήσουμε
εσείς θα αμελήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμελήσουν / θα αμελήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αμελήσω
εσύ να αμελήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αμελήσει
εμείς να αμελήσουμε
εσείς να αμελήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αμελήσουν / αμελήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αμελήσει
εσύ έχεις αμελήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αμελήσει
εμείς έχουμε αμελήσει
εσείς έχετε αμελήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αμελήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αμελήσει
εσύ είχες αμελήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αμελήσει
εμείς είχαμε αμελήσει
εσείς είχατε αμελήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αμελήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αμελήσει
εσύ θα έχεις αμελήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αμελήσει
εμείς θα έχουμε αμελήσει
εσείς θα έχετε αμελήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αμελήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αμελείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αμέλησε
(εσείς) αμελήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αμελούμαι
εσύ αμελείσαι
αυτός/αυτή/αυτό αμελείται
εμείς αμελούμαστε
εσείς αμελείστε
αυτοί/αυτές/αυτά αμελούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό αμελούνταν / αμελείτο
εμείς αμελούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αμελούνταν / αμελούντο

Αόριστος

εγώ αμελήθηκα
εσύ αμελήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αμελήθηκε
εμείς αμεληθήκαμε
εσείς αμεληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμελήθηκαν / αμεληθήκαν / αμεληθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αμελούμαι
εσύ θα αμελείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αμελείται
εμείς θα αμελούμαστε
εσείς θα αμελείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμελούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αμεληθώ
εσύ θα αμεληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αμεληθεί
εμείς θα αμεληθούμε
εσείς θα αμεληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμεληθούν / θα αμεληθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αμεληθώ
εσύ να αμεληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αμεληθεί
εμείς να αμεληθούμε
εσείς να αμεληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αμεληθούν / αμεληθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αμεληθεί
εσύ έχεις αμεληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αμεληθεί
εμείς έχουμε αμεληθεί
εσείς έχετε αμεληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αμεληθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αμεληθεί
εσύ είχες αμεληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αμεληθεί
εμείς είχαμε αμεληθεί
εσείς είχατε αμεληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αμεληθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αμεληθεί
εσύ θα έχεις αμεληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αμεληθεί
εμείς θα έχουμε αμεληθεί
εσείς θα έχετε αμεληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αμεληθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αμελείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αμελήσου
(εσείς) αμεληθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αμελώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αμελήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αμελούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

αμελημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αμελήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αμεληθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.