alternative form of αμαρτάνω (amartáno)
Πλήρης κλίση του ρήματος αμαρταίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αμαρταίνω
εσύ αμαρταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό αμαρταίνει
εμείς αμαρταίνουμε
εσείς αμαρταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αμαρταίνουν / αμαρταίνουνε
Παρατατικός
εγώ αμάρταινα
εσύ αμάρταινες
αυτός/αυτή/αυτό αμάρταινε
εμείς αμαρταίναμε
εσείς αμαρταίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμάρταιναν / αμαρταίναν / αμαρταίνανε
Αόριστος
εγώ αμάρτησα
εσύ αμάρτησες
αυτός/αυτή/αυτό αμάρτησε
εμείς αμαρτήσαμε
εσείς αμαρτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αμάρτησαν / αμαρτήσαν / αμαρτήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αμαρταίνω
εσύ θα αμαρταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αμαρταίνει
εμείς θα αμαρταίνουμε
εσείς θα αμαρταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμαρταίνουν / θα αμαρταίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αμαρτήσω
εσύ θα αμαρτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αμαρτήσει
εμείς θα αμαρτήσουμε
εσείς θα αμαρτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αμαρτήσουν / θα αμαρτήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αμαρτήσω
εσύ να αμαρτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αμαρτήσει
εμείς να αμαρτήσουμε
εσείς να αμαρτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αμαρτήσουν / αμαρτήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αμαρτήσει
εσύ έχεις αμαρτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αμαρτήσει
εμείς έχουμε αμαρτήσει
εσείς έχετε αμαρτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αμαρτήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αμαρτήσει
εσύ είχες αμαρτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αμαρτήσει
εμείς είχαμε αμαρτήσει
εσείς είχατε αμαρτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αμαρτήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αμαρτήσει
εσύ θα έχεις αμαρτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αμαρτήσει
εμείς θα έχουμε αμαρτήσει
εσείς θα έχετε αμαρτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αμαρτήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αμάρταινε
(εσείς) αμαρταίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αμάρτησε
(εσείς) αμαρτήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αμαρταίνοντας / έχοντας αμαρτήσει
Απαρέμφατο
αμαρτήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.