Κλίση του ρήματος αλώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αλώνω
To dominate, to occupy, to conquer.
Πλήρης κλίση του ρήματος αλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αλώνω
εσύ αλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αλώνει
εμείς αλώνουμε
εσείς αλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αλώνουν / αλώνουνε

Παρατατικός

εγώ άλωνα
εσύ άλωνες
αυτός/αυτή/αυτό άλωνε
εμείς αλώναμε
εσείς αλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά άλωναν / αλώναν / αλώνανε

Αόριστος

εγώ άλωσα
εσύ άλωσες
αυτός/αυτή/αυτό άλωσε
εμείς αλώσαμε
εσείς αλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά άλωσαν / αλώσαν / αλώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αλώνω
εσύ θα αλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλώνει
εμείς θα αλώνουμε
εσείς θα αλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλώνουν / θα αλώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αλώσω
εσύ θα αλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλώσει
εμείς θα αλώσουμε
εσείς θα αλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλώσουν / θα αλώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αλώσω
εσύ να αλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αλώσει
εμείς να αλώσουμε
εσείς να αλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλώσουν / αλώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αλώσει
εσύ έχεις αλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλώσει
εμείς έχουμε αλώσει
εσείς έχετε αλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αλώσει
εσύ είχες αλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλώσει
εμείς είχαμε αλώσει
εσείς είχατε αλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αλώσει
εσύ θα έχεις αλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλώσει
εμείς θα έχουμε αλώσει
εσείς θα έχετε αλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) άλωνε
(εσείς) αλώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) άλωσε
(εσείς) αλώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αλώνομαι
εσύ αλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αλώνεται
εμείς αλωνόμαστε
εσείς αλώνεστε / αλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλώνονται

Παρατατικός

εγώ αλωνόμουν / αλωνόμουνα
εσύ αλωνόσουν / αλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αλωνόταν / αλωνότανε
εμείς αλωνόμασταν / αλωνόμαστε
εσείς αλωνόσασταν / αλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλώνονταν / αλωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ αλώθηκα
εσύ αλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αλώθηκε
εμείς αλωθήκαμε
εσείς αλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλώθηκαν / αλωθήκαν / αλωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αλώνομαι
εσύ θα αλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αλώνεται
εμείς θα αλωνόμαστε
εσείς θα αλώνεστε / θα αλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αλωθώ
εσύ θα αλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αλωθεί
εμείς θα αλωθούμε
εσείς θα αλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλωθούν / θα αλωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αλωθώ
εσύ να αλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αλωθεί
εμείς να αλωθούμε
εσείς να αλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλωθούν / αλωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αλωθεί
εσύ έχεις αλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλωθεί
εμείς έχουμε αλωθεί
εσείς έχετε αλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αλωθεί
εσύ είχες αλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλωθεί
εμείς είχαμε αλωθεί
εσείς είχατε αλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αλωθεί
εσύ θα έχεις αλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλωθεί
εμείς θα έχουμε αλωθεί
εσείς θα έχετε αλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αλώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αλώσου
(εσείς) αλωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αλώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αλώσει

Μετοχή παρακειμένου

αλωνμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αλώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αλωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.