to level
Πλήρης κλίση του ρήματος αλφαδιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αλφαδιάζω
εσύ αλφαδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αλφαδιάζει
εμείς αλφαδιάζουμε
εσείς αλφαδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αλφαδιάζουν / αλφαδιάζουνε
Παρατατικός
εγώ αλφάδιαζα
εσύ αλφάδιαζες
αυτός/αυτή/αυτό αλφάδιαζε
εμείς αλφαδιάζαμε
εσείς αλφαδιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλφάδιαζαν / αλφαδιάζαν / αλφαδιάζανε
Αόριστος
εγώ αλφάδιασα
εσύ αλφάδιασες
αυτός/αυτή/αυτό αλφάδιασε
εμείς αλφαδιάσαμε
εσείς αλφαδιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλφάδιασαν / αλφαδιάσαν / αλφαδιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αλφαδιάζω
εσύ θα αλφαδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλφαδιάζει
εμείς θα αλφαδιάζουμε
εσείς θα αλφαδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλφαδιάζουν / θα αλφαδιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλφαδιάσω
εσύ θα αλφαδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλφαδιάσει
εμείς θα αλφαδιάσουμε
εσείς θα αλφαδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλφαδιάσουν / θα αλφαδιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αλφαδιάσω
εσύ να αλφαδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αλφαδιάσει
εμείς να αλφαδιάσουμε
εσείς να αλφαδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλφαδιάσουν / αλφαδιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αλφαδιάσει
εσύ έχεις αλφαδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλφαδιάσει
εμείς έχουμε αλφαδιάσει
εσείς έχετε αλφαδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλφαδιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αλφαδιάσει
εσύ είχες αλφαδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλφαδιάσει
εμείς είχαμε αλφαδιάσει
εσείς είχατε αλφαδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλφαδιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αλφαδιάσει
εσύ θα έχεις αλφαδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλφαδιάσει
εμείς θα έχουμε αλφαδιάσει
εσείς θα έχετε αλφαδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλφαδιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αλφάδιαζε
(εσείς) αλφαδιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αλφάδιασε
(εσείς) αλφαδιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αλφαδιάζομαι
εσύ αλφαδιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αλφαδιάζεται
εμείς αλφαδιαζόμαστε
εσείς αλφαδιάζεστε / αλφαδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλφαδιάζονται
Παρατατικός
εγώ αλφαδιαζόμουν / αλφαδιαζόμουνα
εσύ αλφαδιαζόσουν / αλφαδιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αλφαδιαζόταν / αλφαδιαζότανε
εμείς αλφαδιαζόμασταν / αλφαδιαζόμαστε
εσείς αλφαδιαζόσασταν / αλφαδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλφαδιάζονταν / αλφαδιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αλφαδιάστηκα
εσύ αλφαδιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αλφαδιάστηκε
εμείς αλφαδιαστήκαμε
εσείς αλφαδιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλφαδιάστηκαν / αλφαδιαστήκαν / αλφαδιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αλφαδιάζομαι
εσύ θα αλφαδιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αλφαδιάζεται
εμείς θα αλφαδιαζόμαστε
εσείς θα αλφαδιάζεστε / θα αλφαδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλφαδιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλφαδιαστώ
εσύ θα αλφαδιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αλφαδιαστεί
εμείς θα αλφαδιαστούμε
εσείς θα αλφαδιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλφαδιαστούν / θα αλφαδιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αλφαδιαστώ
εσύ να αλφαδιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αλφαδιαστεί
εμείς να αλφαδιαστούμε
εσείς να αλφαδιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλφαδιαστούν / αλφαδιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αλφαδιαστεί
εσύ έχεις αλφαδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλφαδιαστεί
εμείς έχουμε αλφαδιαστεί
εσείς έχετε αλφαδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλφαδιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αλφαδιαστεί
εσύ είχες αλφαδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλφαδιαστεί
εμείς είχαμε αλφαδιαστεί
εσείς είχατε αλφαδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλφαδιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αλφαδιαστεί
εσύ θα έχεις αλφαδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλφαδιαστεί
εμείς θα έχουμε αλφαδιαστεί
εσείς θα έχετε αλφαδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλφαδιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αλφαδιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αλφαδιάσου
(εσείς) αλφαδιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αλφαδιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αλφαδιάσει
Μετοχή παρακειμένου
αλφαδιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αλφαδιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αλφαδιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.