to chain, shackle, enchain
Πλήρης κλίση του ρήματος αλυσοδένω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αλυσοδένω
εσύ αλυσοδένεις
αυτός/αυτή/αυτό αλυσοδένει
εμείς αλυσοδένουμε
εσείς αλυσοδένετε
αυτοί/αυτές/αυτά αλυσοδένουν / αλυσοδένουνε
Παρατατικός
εγώ αλυσόδενα
εσύ αλυσόδενες
αυτός/αυτή/αυτό αλυσόδενε
εμείς αλυσοδέναμε
εσείς αλυσοδένατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλυσόδεναν / αλυσοδέναν / αλυσοδένανε
Αόριστος
εγώ αλυσόδεσα
εσύ αλυσόδεσες
αυτός/αυτή/αυτό αλυσόδεσε
εμείς αλυσοδέσαμε
εσείς αλυσοδέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλυσόδεσαν / αλυσοδέσαν / αλυσοδέσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αλυσοδένω
εσύ θα αλυσοδένεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλυσοδένει
εμείς θα αλυσοδένουμε
εσείς θα αλυσοδένετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλυσοδένουν / θα αλυσοδένουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλυσοδέσω
εσύ θα αλυσοδέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλυσοδέσει
εμείς θα αλυσοδέσουμε
εσείς θα αλυσοδέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλυσοδέσουν / θα αλυσοδέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αλυσοδέσω
εσύ να αλυσοδέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αλυσοδέσει
εμείς να αλυσοδέσουμε
εσείς να αλυσοδέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλυσοδέσουν / αλυσοδέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αλυσοδέσει
εσύ έχεις αλυσοδέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλυσοδέσει
εμείς έχουμε αλυσοδέσει
εσείς έχετε αλυσοδέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλυσοδέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αλυσοδέσει
εσύ είχες αλυσοδέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλυσοδέσει
εμείς είχαμε αλυσοδέσει
εσείς είχατε αλυσοδέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλυσοδέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αλυσοδέσει
εσύ θα έχεις αλυσοδέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλυσοδέσει
εμείς θα έχουμε αλυσοδέσει
εσείς θα έχετε αλυσοδέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλυσοδέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αλυσόδενε
(εσείς) αλυσοδένετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αλυσόδεσε
(εσείς) αλυσοδέστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αλυσοδένομαι
εσύ αλυσοδένεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αλυσοδένεται
εμείς αλυσοδενόμαστε
εσείς αλυσοδένεστε / αλυσοδενόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλυσοδένονται
Παρατατικός
εγώ αλυσοδενόμουν / αλυσοδενόμουνα
εσύ αλυσοδενόσουν / αλυσοδενόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αλυσοδενόταν / αλυσοδενότανε
εμείς αλυσοδενόμασταν / αλυσοδενόμαστε
εσείς αλυσοδενόσασταν / αλυσοδενόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλυσοδένονταν / αλυσοδενόντουσαν
Αόριστος
εγώ αλυσοδέθηκα
εσύ αλυσοδέθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αλυσοδέθηκε
εμείς αλυσοδεθήκαμε
εσείς αλυσοδεθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλυσοδέθηκαν / αλυσοδεθήκαν / αλυσοδεθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αλυσοδένομαι
εσύ θα αλυσοδένεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αλυσοδένεται
εμείς θα αλυσοδενόμαστε
εσείς θα αλυσοδένεστε / θα αλυσοδενόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλυσοδένονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλυσοδεθώ
εσύ θα αλυσοδεθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αλυσοδεθεί
εμείς θα αλυσοδεθούμε
εσείς θα αλυσοδεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλυσοδεθούν / θα αλυσοδεθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αλυσοδεθώ
εσύ να αλυσοδεθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αλυσοδεθεί
εμείς να αλυσοδεθούμε
εσείς να αλυσοδεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλυσοδεθούν / αλυσοδεθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αλυσοδεθεί
εσύ έχεις αλυσοδεθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλυσοδεθεί
εμείς έχουμε αλυσοδεθεί
εσείς έχετε αλυσοδεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλυσοδεθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αλυσοδεθεί
εσύ είχες αλυσοδεθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλυσοδεθεί
εμείς είχαμε αλυσοδεθεί
εσείς είχατε αλυσοδεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλυσοδεθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αλυσοδεθεί
εσύ θα έχεις αλυσοδεθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλυσοδεθεί
εμείς θα έχουμε αλυσοδεθεί
εσείς θα έχετε αλυσοδεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλυσοδεθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αλυσοδένεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αλυσοδέσου
(εσείς) αλυσοδεθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αλυσοδένοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αλυσοδέσει
Μετοχή παρακειμένου
αλυσοδεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αλυσοδέσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αλυσοδεθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.