alternative spelling of αλληθωρίζω (allithorízo)
Πλήρης κλίση του ρήματος αλλοιθωρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αλλοιθωρίζω
εσύ αλλοιθωρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αλλοιθωρίζει
εμείς αλλοιθωρίζουμε
εσείς αλλοιθωρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αλλοιθωρίζουν / αλλοιθωρίζουνε
Παρατατικός
εγώ αλλοιθώριζα
εσύ αλλοιθώριζες
αυτός/αυτή/αυτό αλλοιθώριζε
εμείς αλλοιθωρίζαμε
εσείς αλλοιθωρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλλοιθώριζαν / αλλοιθωρίζαν / αλλοιθωρίζανε
Αόριστος
εγώ αλλοιθώρισα
εσύ αλλοιθώρισες
αυτός/αυτή/αυτό αλλοιθώρισε
εμείς αλλοιθωρίσαμε
εσείς αλλοιθωρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλλοιθώρισαν / αλλοιθωρίσαν / αλλοιθωρίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αλλοιθωρίζω
εσύ θα αλλοιθωρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλλοιθωρίζει
εμείς θα αλλοιθωρίζουμε
εσείς θα αλλοιθωρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλλοιθωρίζουν / θα αλλοιθωρίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλλοιθωρίσω
εσύ θα αλλοιθωρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλλοιθωρίσει
εμείς θα αλλοιθωρίσουμε
εσείς θα αλλοιθωρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλλοιθωρίσουν / θα αλλοιθωρίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αλλοιθωρίσω
εσύ να αλλοιθωρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αλλοιθωρίσει
εμείς να αλλοιθωρίσουμε
εσείς να αλλοιθωρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλλοιθωρίσουν / αλλοιθωρίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αλλοιθωρίσει
εσύ έχεις αλλοιθωρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλλοιθωρίσει
εμείς έχουμε αλλοιθωρίσει
εσείς έχετε αλλοιθωρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλλοιθωρίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αλλοιθωρίσει
εσύ είχες αλλοιθωρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλλοιθωρίσει
εμείς είχαμε αλλοιθωρίσει
εσείς είχατε αλλοιθωρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλλοιθωρίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αλλοιθωρίσει
εσύ θα έχεις αλλοιθωρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλλοιθωρίσει
εμείς θα έχουμε αλλοιθωρίσει
εσείς θα έχετε αλλοιθωρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλλοιθωρίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αλλοιθώριζε
(εσείς) αλλοιθωρίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αλλοιθώρισε
(εσείς) αλλοιθωρίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αλλοιθωρίζοντας / έχοντας αλλοιθωρίσει
Απαρέμφατο
αλλοιθωρίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.