Κλίση του ρήματος αλληλοϋποστηρίζομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αλληλοϋποστηρίζομαι
to help each other, mutually support
Πλήρης κλίση του ρήματος αλληλοϋποστηρίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αλληλοϋποστηρίζομαι
εσύ αλληλοϋποστηρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αλληλοϋποστηρίζεται
εμείς αλληλοϋποστηριζόμαστε
εσείς αλληλοϋποστηρίζεστε / αλληλοϋποστηριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλληλοϋποστηρίζονται

Παρατατικός

εγώ αλληλοϋποστηριζόμουν / αλληλοϋποστηριζόμουνα
εσύ αλληλοϋποστηριζόσουν / αλληλοϋποστηριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αλληλοϋποστηριζόταν / αλληλοϋποστηριζότανε
εμείς αλληλοϋποστηριζόμασταν / αλληλοϋποστηριζόμαστε
εσείς αλληλοϋποστηριζόσασταν / αλληλοϋποστηριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλληλοϋποστηρίζονταν / αλληλοϋποστηριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ αλληλοϋποστηρίστηκα
εσύ αλληλοϋποστηρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αλληλοϋποστηρίστηκε
εμείς αλληλοϋποστηριστήκαμε
εσείς αλληλοϋποστηριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλληλοϋποστηρίστηκαν / αλληλοϋποστηριστήκαν / αλληλοϋποστηριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αλληλοϋποστηρίζομαι
εσύ θα αλληλοϋποστηρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αλληλοϋποστηρίζεται
εμείς θα αλληλοϋποστηριζόμαστε
εσείς θα αλληλοϋποστηρίζεστε / θα αλληλοϋποστηριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλληλοϋποστηρίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αλληλοϋποστηριστώ
εσύ θα αλληλοϋποστηριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αλληλοϋποστηριστεί
εμείς θα αλληλοϋποστηριστούμε
εσείς θα αλληλοϋποστηριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλληλοϋποστηριστούν / θα αλληλοϋποστηριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αλληλοϋποστηριστώ
εσύ να αλληλοϋποστηριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αλληλοϋποστηριστεί
εμείς να αλληλοϋποστηριστούμε
εσείς να αλληλοϋποστηριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλληλοϋποστηριστούν / αλληλοϋποστηριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αλληλοϋποστηριστεί
εσύ έχεις αλληλοϋποστηριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλληλοϋποστηριστεί
εμείς έχουμε αλληλοϋποστηριστεί
εσείς έχετε αλληλοϋποστηριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλληλοϋποστηριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αλληλοϋποστηριστεί
εσύ είχες αλληλοϋποστηριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλληλοϋποστηριστεί
εμείς είχαμε αλληλοϋποστηριστεί
εσείς είχατε αλληλοϋποστηριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλληλοϋποστηριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αλληλοϋποστηριστεί
εσύ θα έχεις αλληλοϋποστηριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλληλοϋποστηριστεί
εμείς θα έχουμε αλληλοϋποστηριστεί
εσείς θα έχετε αλληλοϋποστηριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλληλοϋποστηριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αλληλοϋποστηρίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αλληλοϋποστηρίσου
(εσείς) αλληλοϋποστηριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αλληλοϋποστηριζόμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

αλληλοϋποστηριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.