to collide with each other
Πλήρης κλίση του ρήματος αλληλοσυγκρούομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αλληλοσυγκρούομαι
εσύ αλληλοσυγκρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αλληλοσυγκρούεται
εμείς αλληλοσυγκρουόμαστε
εσείς αλληλοσυγκρούεστε / αλληλοσυγκρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλληλοσυγκρούονται
Παρατατικός
εγώ αλληλοσυγκρουόμουν / αλληλοσυγκρουόμουνα
εσύ αλληλοσυγκρουόσουν / αλληλοσυγκρουόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αλληλοσυγκρουόταν / αλληλοσυγκρουότανε
εμείς αλληλοσυγκρουόμασταν / αλληλοσυγκρουόμαστε
εσείς αλληλοσυγκρουόσασταν / αλληλοσυγκρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλληλοσυγκρούονταν / αλληλοσυγκρουόντουσαν
Αόριστος
εγώ αλληλοσυγκρούστηκα
εσύ αλληλοσυγκρούστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αλληλοσυγκρούστηκε
εμείς αλληλοσυγκρουστήκαμε
εσείς αλληλοσυγκρουστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλληλοσυγκρούστηκαν / αλληλοσυγκρουστήκαν / αλληλοσυγκρουστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αλληλοσυγκρούομαι
εσύ θα αλληλοσυγκρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αλληλοσυγκρούεται
εμείς θα αλληλοσυγκρουόμαστε
εσείς θα αλληλοσυγκρούεστε / θα αλληλοσυγκρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλληλοσυγκρούονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλληλοσυγκρουστώ
εσύ θα αλληλοσυγκρουστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αλληλοσυγκρουστεί
εμείς θα αλληλοσυγκρουστούμε
εσείς θα αλληλοσυγκρουστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλληλοσυγκρουστούν / θα αλληλοσυγκρουστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αλληλοσυγκρουστώ
εσύ να αλληλοσυγκρουστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αλληλοσυγκρουστεί
εμείς να αλληλοσυγκρουστούμε
εσείς να αλληλοσυγκρουστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλληλοσυγκρουστούν / αλληλοσυγκρουστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αλληλοσυγκρουστεί
εσύ έχεις αλληλοσυγκρουστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλληλοσυγκρουστεί
εμείς έχουμε αλληλοσυγκρουστεί
εσείς έχετε αλληλοσυγκρουστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλληλοσυγκρουστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αλληλοσυγκρουστεί
εσύ είχες αλληλοσυγκρουστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλληλοσυγκρουστεί
εμείς είχαμε αλληλοσυγκρουστεί
εσείς είχατε αλληλοσυγκρουστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλληλοσυγκρουστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αλληλοσυγκρουστεί
εσύ θα έχεις αλληλοσυγκρουστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλληλοσυγκρουστεί
εμείς θα έχουμε αλληλοσυγκρουστεί
εσείς θα έχετε αλληλοσυγκρουστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλληλοσυγκρουστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αλληλοσυγκρούεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) αλληλοσυγκρουστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αλληλοσυγκρουόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
αλληλοσυγκρουστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.