to swear at each other, curse one another
Πλήρης κλίση του ρήματος αλληλοβρίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αλληλοβρίζομαι
εσύ αλληλοβρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αλληλοβρίζεται
εμείς αλληλοβριζόμαστε
εσείς αλληλοβρίζεστε / αλληλοβριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλληλοβρίζονται
Παρατατικός
εγώ αλληλοβριζόμουν / αλληλοβριζόμουνα
εσύ αλληλοβριζόσουν / αλληλοβριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αλληλοβριζόταν / αλληλοβριζότανε
εμείς αλληλοβριζόμασταν / αλληλοβριζόμαστε
εσείς αλληλοβριζόσασταν / αλληλοβριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλληλοβρίζονταν / αλληλοβριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αλληλοβρίστηκα
εσύ αλληλοβρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αλληλοβρίστηκε
εμείς αλληλοβριστήκαμε
εσείς αλληλοβριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλληλοβρίστηκαν / αλληλοβριστήκαν / αλληλοβριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αλληλοβρίζομαι
εσύ θα αλληλοβρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αλληλοβρίζεται
εμείς θα αλληλοβριζόμαστε
εσείς θα αλληλοβρίζεστε / θα αλληλοβριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλληλοβρίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλληλοβριστώ
εσύ θα αλληλοβριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αλληλοβριστεί
εμείς θα αλληλοβριστούμε
εσείς θα αλληλοβριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλληλοβριστούν / θα αλληλοβριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αλληλοβριστώ
εσύ να αλληλοβριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αλληλοβριστεί
εμείς να αλληλοβριστούμε
εσείς να αλληλοβριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλληλοβριστούν / αλληλοβριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αλληλοβριστεί
εσύ έχεις αλληλοβριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλληλοβριστεί
εμείς έχουμε αλληλοβριστεί
εσείς έχετε αλληλοβριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλληλοβριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αλληλοβριστεί
εσύ είχες αλληλοβριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλληλοβριστεί
εμείς είχαμε αλληλοβριστεί
εσείς είχατε αλληλοβριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλληλοβριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αλληλοβριστεί
εσύ θα έχεις αλληλοβριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλληλοβριστεί
εμείς θα έχουμε αλληλοβριστεί
εσείς θα έχετε αλληλοβριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλληλοβριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αλληλοβρίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αλληλοβρίσου
(εσείς) αλληλοβριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αλληλοβριζόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
αλληλοβριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.