Κλίση του ρήματος αλληλεπιδρώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αλληλεπιδρώ
to interact, act mutually
Πλήρης κλίση του ρήματος αλληλεπιδρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αλληλεπιδρώ
εσύ αλληλεπιδράς
αυτός/αυτή/αυτό αλληλεπιδρά
εμείς αλληλεπιδρούμε
εσείς αλληλεπιδράτε
αυτοί/αυτές/αυτά αλληλεπιδρούν / αλληλεπιδρούνε

Παρατατικός

εγώ αλληλεπιδρούσα
εσύ αλληλεπιδρούσες
αυτός/αυτή/αυτό αλληλεπιδρούσε
εμείς αλληλεπιδρούσαμε
εσείς αλληλεπιδρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλληλεπιδρούσαν / αλληλεπιδρούσανε

Αόριστος

εγώ αλληλεπέδρασα / αλληλεπίδρασα
εσύ αλληλεπέδρασες / αλληλεπίδρασες
αυτός/αυτή/αυτό αλληλεπέδρασε / αλληλεπίδρασε
εμείς αλληλεπιδράσαμε
εσείς αλληλεπιδράσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλληλεπέδρασαν / αλληλεπιδράσαν / αλληλεπιδράσανε / αλληλεπίδρασαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αλληλεπιδρώ
εσύ θα αλληλεπιδράς
αυτός/αυτή/αυτό θα αλληλεπιδρά
εμείς θα αλληλεπιδρούμε
εσείς θα αλληλεπιδράτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλληλεπιδρούν / θα αλληλεπιδρούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αλληλεπιδράσω
εσύ θα αλληλεπιδράσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλληλεπιδράσει
εμείς θα αλληλεπιδράσουμε
εσείς θα αλληλεπιδράσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλληλεπιδράσουν / θα αλληλεπιδράσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αλληλεπιδράσω
εσύ να αλληλεπιδράσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αλληλεπιδράσει
εμείς να αλληλεπιδράσουμε
εσείς να αλληλεπιδράσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλληλεπιδράσουν / αλληλεπιδράσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αλληλεπιδράσει
εσύ έχεις αλληλεπιδράσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλληλεπιδράσει
εμείς έχουμε αλληλεπιδράσει
εσείς έχετε αλληλεπιδράσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλληλεπιδράσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αλληλεπιδράσει
εσύ είχες αλληλεπιδράσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλληλεπιδράσει
εμείς είχαμε αλληλεπιδράσει
εσείς είχατε αλληλεπιδράσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλληλεπιδράσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αλληλεπιδράσει
εσύ θα έχεις αλληλεπιδράσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλληλεπιδράσει
εμείς θα έχουμε αλληλεπιδράσει
εσείς θα έχετε αλληλεπιδράσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλληλεπιδράσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αλληλεπιδράτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αλληλεπίδρασε
(εσείς) αλληλεπιδράστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αλληλεπιδρώντας / έχοντας αλληλεπιδράσει

Απαρέμφατο

αλληλεπιδράσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.