Κλίση του ρήματος αλιεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αλιεύω
to fish, angle
Πλήρης κλίση του ρήματος αλιεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αλιεύω
εσύ αλιεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αλιεύει
εμείς αλιεύουμε
εσείς αλιεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αλιεύουν / αλιεύουνε

Παρατατικός

εγώ αλίευα
εσύ αλίευες
αυτός/αυτή/αυτό αλίευε
εμείς αλιεύαμε
εσείς αλιεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλίευαν / αλιεύαν / αλιεύανε

Αόριστος

εγώ αλίευσα
εσύ αλίευσες
αυτός/αυτή/αυτό αλίευσε
εμείς αλιεύσαμε
εσείς αλιεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλίευσαν / αλιεύσαν / αλιεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αλιεύω
εσύ θα αλιεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλιεύει
εμείς θα αλιεύουμε
εσείς θα αλιεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλιεύουν / θα αλιεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αλιεύσω
εσύ θα αλιεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλιεύσει
εμείς θα αλιεύσουμε
εσείς θα αλιεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλιεύσουν / θα αλιεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αλιεύσω
εσύ να αλιεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αλιεύσει
εμείς να αλιεύσουμε
εσείς να αλιεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλιεύσουν / αλιεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αλιεύσει
εσύ έχεις αλιεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλιεύσει
εμείς έχουμε αλιεύσει
εσείς έχετε αλιεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλιεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αλιεύσει
εσύ είχες αλιεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλιεύσει
εμείς είχαμε αλιεύσει
εσείς είχατε αλιεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλιεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αλιεύσει
εσύ θα έχεις αλιεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλιεύσει
εμείς θα έχουμε αλιεύσει
εσείς θα έχετε αλιεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλιεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αλίευε
(εσείς) αλιεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αλίευσε
(εσείς) αλιεύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αλιεύομαι
εσύ αλιεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αλιεύεται
εμείς αλιευόμαστε
εσείς αλιεύεστε / αλιευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλιεύονται

Παρατατικός

εγώ αλιευόμουν / αλιευόμουνα
εσύ αλιευόσουν / αλιευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αλιευόταν / αλιευότανε
εμείς αλιευόμασταν / αλιευόμαστε
εσείς αλιευόσασταν / αλιευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλιεύονταν / αλιευόντουσαν

Αόριστος

εγώ αλιεύτηκα / αλιεύθηκα
εσύ αλιεύτηκες / αλιεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αλιεύτηκε / αλιεύθηκε
εμείς αλιευτήκαμε / αλιευθήκαμε
εσείς αλιευτήκατε / αλιευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλιεύτηκαν / αλιευτήκαν / αλιευτήκανε / αλιεύθηκαν / αλιευθήκαν / αλιευθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αλιεύομαι
εσύ θα αλιεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αλιεύεται
εμείς θα αλιευόμαστε
εσείς θα αλιεύεστε / θα αλιευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλιεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αλιευτώ / θα αλιευθώ
εσύ θα αλιευτείς / θα αλιευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αλιευτεί / θα αλιευθεί
εμείς θα αλιευτούμε / θα αλιευθούμε
εσείς θα αλιευτείτε / θα αλιευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλιευτούν / θα αλιευτούνε / θα αλιευθούν / θα αλιευθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αλιευτώ / αλιευθώ
εσύ να αλιευτείς / αλιευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αλιευτεί / αλιευθεί
εμείς να αλιευτούμε / αλιευθούμε
εσείς να αλιευτείτε / αλιευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλιευτούν / αλιευτούνε / αλιευθούν / αλιευθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αλιευτεί / αλιευθεί
εσύ έχεις αλιευτεί / αλιευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλιευτεί / αλιευθεί
εμείς έχουμε αλιευτεί / αλιευθεί
εσείς έχετε αλιευτεί / αλιευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλιευτεί / αλιευθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αλιευτεί / αλιευθεί
εσύ είχες αλιευτεί / αλιευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλιευτεί / αλιευθεί
εμείς είχαμε αλιευτεί / αλιευθεί
εσείς είχατε αλιευτεί / αλιευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλιευτεί / αλιευθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αλιευτεί / αλιευθεί
εσύ θα έχεις αλιευτεί / αλιευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλιευτεί / αλιευθεί
εμείς θα έχουμε αλιευτεί / αλιευθεί
εσείς θα έχετε αλιευτεί / αλιευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλιευτεί / αλιευθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αλιεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αλιεύσου
(εσείς) αλιευτείτε / αλιευθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αλιεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αλιεύσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αλιευόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

αλιευμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αλιεύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αλιευτεί / αλιευθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.