to cheer up, rejoice, enliven, liven up
Πλήρης κλίση του ρήματος αλεγράρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αλεγράρω
εσύ αλεγράρεις
αυτός/αυτή/αυτό αλεγράρει
εμείς αλεγράρουμε
εσείς αλεγράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά αλεγράρουν / αλεγράρουνε
Παρατατικός
εγώ αλεγράριζα
εσύ αλεγράριζες
αυτός/αυτή/αυτό αλεγράριζε
εμείς αλεγράραμε
εσείς αλεγράρατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλεγράριζαν / αλεγράραν / αλεγράρανε
Αόριστος
εγώ αλεγράρισα
εσύ αλεγράρισες
αυτός/αυτή/αυτό αλεγράρισε
εμείς αλεγράραμε
εσείς αλεγράρατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλεγράρισαν / αλεγράραν / αλεγράρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αλεγράρω
εσύ θα αλεγράρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλεγράρει
εμείς θα αλεγράρουμε
εσείς θα αλεγράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλεγράρουν / θα αλεγράρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλεγράρω
εσύ θα αλεγράρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλεγράρει
εμείς θα αλεγράρουμε
εσείς θα αλεγράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλεγράρουν / θα αλεγράρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αλεγράρω
εσύ να αλεγράρεις
αυτός/αυτή/αυτό να αλεγράρει
εμείς να αλεγράρουμε
εσείς να αλεγράρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλεγράρουν / αλεγράρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αλεγράρει
εσύ έχεις αλεγράρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλεγράρει
εμείς έχουμε αλεγράρει
εσείς έχετε αλεγράρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλεγράρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αλεγράρει
εσύ είχες αλεγράρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλεγράρει
εμείς είχαμε αλεγράρει
εσείς είχατε αλεγράρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλεγράρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αλεγράρει
εσύ θα έχεις αλεγράρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλεγράρει
εμείς θα έχουμε αλεγράρει
εσείς θα έχετε αλεγράρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλεγράρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αλεγράριζε
(εσείς) αλεγράρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αλεγράρισε
(εσείς) αλεγράρετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αλεγράροντας / έχοντας αλεγράρει
Απαρέμφατο
αλεγράρει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.