to season with salt
Πλήρης κλίση του ρήματος αλατίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αλατίζω
εσύ αλατίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αλατίζει
εμείς αλατίζουμε
εσείς αλατίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αλατίζουν / αλατίζουνε
Παρατατικός
εγώ αλάτιζα
εσύ αλάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό αλάτιζε
εμείς αλατίζαμε
εσείς αλατίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλάτιζαν / αλατίζαν / αλατίζανε
Αόριστος
εγώ αλάτισα
εσύ αλάτισες
αυτός/αυτή/αυτό αλάτισε
εμείς αλατίσαμε
εσείς αλατίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλάτισαν / αλατίσαν / αλατίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αλατίζω
εσύ θα αλατίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλατίζει
εμείς θα αλατίζουμε
εσείς θα αλατίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλατίζουν / θα αλατίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλατίσω
εσύ θα αλατίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλατίσει
εμείς θα αλατίσουμε
εσείς θα αλατίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλατίσουν / θα αλατίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αλατίσω
εσύ να αλατίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αλατίσει
εμείς να αλατίσουμε
εσείς να αλατίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλατίσουν / αλατίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αλατίσει
εσύ έχεις αλατίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλατίσει
εμείς έχουμε αλατίσει
εσείς έχετε αλατίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλατίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αλατίσει
εσύ είχες αλατίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλατίσει
εμείς είχαμε αλατίσει
εσείς είχατε αλατίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλατίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αλατίσει
εσύ θα έχεις αλατίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλατίσει
εμείς θα έχουμε αλατίσει
εσείς θα έχετε αλατίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλατίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αλάτιζε
(εσείς) αλατίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αλάτισε
(εσείς) αλατίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αλατίζομαι
εσύ αλατίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αλατίζεται
εμείς αλατιζόμαστε
εσείς αλατίζεστε / αλατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλατίζονται
Παρατατικός
εγώ αλατιζόμουν / αλατιζόμουνα
εσύ αλατιζόσουν / αλατιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αλατιζόταν / αλατιζότανε
εμείς αλατιζόμασταν / αλατιζόμαστε
εσείς αλατιζόσασταν / αλατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλατίζονταν / αλατιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αλατίστηκα
εσύ αλατίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αλατίστηκε
εμείς αλατιστήκαμε
εσείς αλατιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλατίστηκαν / αλατιστήκαν / αλατιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αλατίζομαι
εσύ θα αλατίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αλατίζεται
εμείς θα αλατιζόμαστε
εσείς θα αλατίζεστε / θα αλατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλατίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλατιστώ
εσύ θα αλατιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αλατιστεί
εμείς θα αλατιστούμε
εσείς θα αλατιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλατιστούν / θα αλατιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αλατιστώ
εσύ να αλατιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αλατιστεί
εμείς να αλατιστούμε
εσείς να αλατιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλατιστούν / αλατιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αλατιστεί
εσύ έχεις αλατιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλατιστεί
εμείς έχουμε αλατιστεί
εσείς έχετε αλατιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλατιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αλατιστεί
εσύ είχες αλατιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλατιστεί
εμείς είχαμε αλατιστεί
εσείς είχατε αλατιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλατιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αλατιστεί
εσύ θα έχεις αλατιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλατιστεί
εμείς θα έχουμε αλατιστεί
εσείς θα έχετε αλατιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλατιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αλατίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αλατίσου
(εσείς) αλατιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αλατίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αλατίσει
Μετοχή παρακειμένου
αλατισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αλατίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αλατιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.