to shout, scream (especially with joy)
Πλήρης κλίση του ρήματος αλαλάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αλαλάζω
εσύ αλαλάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αλαλάζει
εμείς αλαλάζουμε
εσείς αλαλάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αλαλάζουν / αλαλάζουνε
Παρατατικός
εγώ αλάλαζα
εσύ αλάλαζες
αυτός/αυτή/αυτό αλάλαζε
εμείς αλαλάζαμε
εσείς αλαλάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλάλαζαν / αλαλάζαν / αλαλάζανε
Αόριστος
εγώ αλάλαξα
εσύ αλάλαξες
αυτός/αυτή/αυτό αλάλαξε
εμείς αλαλάξαμε
εσείς αλαλάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλάλαξαν / αλαλάξαν / αλαλάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αλαλάζω
εσύ θα αλαλάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλαλάζει
εμείς θα αλαλάζουμε
εσείς θα αλαλάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλαλάζουν / θα αλαλάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλαλάξω
εσύ θα αλαλάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αλαλάξει
εμείς θα αλαλάξουμε
εσείς θα αλαλάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλαλάξουν / θα αλαλάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αλαλάξω
εσύ να αλαλάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να αλαλάξει
εμείς να αλαλάξουμε
εσείς να αλαλάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλαλάξουν / αλαλάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αλαλάξει
εσύ έχεις αλαλάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλαλάξει
εμείς έχουμε αλαλάξει
εσείς έχετε αλαλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλαλάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αλαλάξει
εσύ είχες αλαλάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλαλάξει
εμείς είχαμε αλαλάξει
εσείς είχατε αλαλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλαλάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αλαλάξει
εσύ θα έχεις αλαλάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλαλάξει
εμείς θα έχουμε αλαλάξει
εσείς θα έχετε αλαλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλαλάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αλάλαζε
(εσείς) αλαλάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αλάλαξε
(εσείς) αλαλάξτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αλαλάζοντας / έχοντας αλαλάξει
Απαρέμφατο
αλαλάξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.