to swagger, be arrogant, be haughty
Πλήρης κλίση του ρήματος αλαζονεύομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αλαζονεύομαι
εσύ αλαζονεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αλαζονεύεται
εμείς αλαζονευόμαστε
εσείς αλαζονεύεστε / αλαζονευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλαζονεύονται
Παρατατικός
εγώ αλαζονευόμουν / αλαζονευόμουνα
εσύ αλαζονευόσουν / αλαζονευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αλαζονευόταν / αλαζονευότανε
εμείς αλαζονευόμασταν / αλαζονευόμαστε
εσείς αλαζονευόσασταν / αλαζονευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αλαζονεύονταν / αλαζονευόντουσαν
Αόριστος
εγώ αλαζονεύτηκα
εσύ αλαζονεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό αλαζονεύτηκε
εμείς αλαζονευτήκαμε
εσείς αλαζονευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αλαζονεύτηκαν / αλαζονευτήκαν / αλαζονευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αλαζονεύομαι
εσύ θα αλαζονεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αλαζονεύεται
εμείς θα αλαζονευόμαστε
εσείς θα αλαζονεύεστε / θα αλαζονευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλαζονεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλαζονευτώ
εσύ θα αλαζονευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αλαζονευτεί
εμείς θα αλαζονευτούμε
εσείς θα αλαζονευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αλαζονευτούν / θα αλαζονευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αλαζονευτώ
εσύ να αλαζονευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να αλαζονευτεί
εμείς να αλαζονευτούμε
εσείς να αλαζονευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αλαζονευτούν / αλαζονευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αλαζονευτεί
εσύ έχεις αλαζονευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αλαζονευτεί
εμείς έχουμε αλαζονευτεί
εσείς έχετε αλαζονευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αλαζονευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αλαζονευτεί
εσύ είχες αλαζονευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αλαζονευτεί
εμείς είχαμε αλαζονευτεί
εσείς είχατε αλαζονευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αλαζονευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αλαζονευτεί
εσύ θα έχεις αλαζονευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αλαζονευτεί
εμείς θα έχουμε αλαζονευτεί
εσείς θα έχετε αλαζονευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αλαζονευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αλαζονεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) αλαζονευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αλαζονευόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
αλαζονευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.