to annul, revoke, quash, render null and void
Πλήρης κλίση του ρήματος ακυρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ακυρώνω
εσύ ακυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ακυρώνει
εμείς ακυρώνουμε
εσείς ακυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ακυρώνουν / ακυρώνουνε
Παρατατικός
εγώ ακύρωνα
εσύ ακύρωνες
αυτός/αυτή/αυτό ακύρωνε
εμείς ακυρώναμε
εσείς ακυρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακύρωναν / ακυρώναν / ακυρώνανε
Αόριστος
εγώ ακύρωσα
εσύ ακύρωσες
αυτός/αυτή/αυτό ακύρωσε
εμείς ακυρώσαμε
εσείς ακυρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακύρωσαν / ακυρώσαν / ακυρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ακυρώνω
εσύ θα ακυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ακυρώνει
εμείς θα ακυρώνουμε
εσείς θα ακυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακυρώνουν / θα ακυρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακυρώσω
εσύ θα ακυρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ακυρώσει
εμείς θα ακυρώσουμε
εσείς θα ακυρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακυρώσουν / θα ακυρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ακυρώσω
εσύ να ακυρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ακυρώσει
εμείς να ακυρώσουμε
εσείς να ακυρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ακυρώσουν / ακυρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ακυρώσει
εσύ έχεις ακυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ακυρώσει
εμείς έχουμε ακυρώσει
εσείς έχετε ακυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ακυρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ακυρώσει
εσύ είχες ακυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ακυρώσει
εμείς είχαμε ακυρώσει
εσείς είχατε ακυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ακυρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ακυρώσει
εσύ θα έχεις ακυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ακυρώσει
εμείς θα έχουμε ακυρώσει
εσείς θα έχετε ακυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ακυρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ακύρωνε
(εσείς) ακυρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ακύρωσε
(εσείς) ακυρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ακυρώνομαι
εσύ ακυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ακυρώνεται
εμείς ακυρωνόμαστε
εσείς ακυρώνεστε / ακυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ακυρώνονται
Παρατατικός
εγώ ακυρωνόμουν / ακυρωνόμουνα
εσύ ακυρωνόσουν / ακυρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ακυρωνόταν / ακυρωνότανε
εμείς ακυρωνόμασταν / ακυρωνόμαστε
εσείς ακυρωνόσασταν / ακυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ακυρώνονταν / ακυρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ακυρώθηκα
εσύ ακυρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ακυρώθηκε
εμείς ακυρωθήκαμε
εσείς ακυρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακυρώθηκαν / ακυρωθήκαν / ακυρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ακυρώνομαι
εσύ θα ακυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ακυρώνεται
εμείς θα ακυρωνόμαστε
εσείς θα ακυρώνεστε / θα ακυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακυρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακυρωθώ
εσύ θα ακυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ακυρωθεί
εμείς θα ακυρωθούμε
εσείς θα ακυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακυρωθούν / θα ακυρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ακυρωθώ
εσύ να ακυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ακυρωθεί
εμείς να ακυρωθούμε
εσείς να ακυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ακυρωθούν / ακυρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ακυρωθεί
εσύ έχεις ακυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ακυρωθεί
εμείς έχουμε ακυρωθεί
εσείς έχετε ακυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ακυρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ακυρωθεί
εσύ είχες ακυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ακυρωθεί
εμείς είχαμε ακυρωθεί
εσείς είχατε ακυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ακυρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ακυρωθεί
εσύ θα έχεις ακυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ακυρωθεί
εμείς θα έχουμε ακυρωθεί
εσείς θα έχετε ακυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ακυρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ακυρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ακυρώσου
(εσείς) ακυρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ακυρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ακυρώσει
Μετοχή παρακειμένου
ακυρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ακυρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ακυρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.