to amputate (to remove a body part)
Πλήρης κλίση του ρήματος ακρωτηριάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ακρωτηριάζω
εσύ ακρωτηριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ακρωτηριάζει
εμείς ακρωτηριάζουμε
εσείς ακρωτηριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ακρωτηριάζουν / ακρωτηριάζουνε
Παρατατικός
εγώ ακρωτηρίαζα
εσύ ακρωτηρίαζες
αυτός/αυτή/αυτό ακρωτηρίαζε
εμείς ακρωτηριάζαμε
εσείς ακρωτηριάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακρωτηρίαζαν / ακρωτηριάζαν / ακρωτηριάζανε
Αόριστος
εγώ ακρωτηρίασα
εσύ ακρωτηρίασες
αυτός/αυτή/αυτό ακρωτηρίασε
εμείς ακρωτηριάσαμε
εσείς ακρωτηριάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακρωτηρίασαν / ακρωτηριάσαν / ακρωτηριάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ακρωτηριάζω
εσύ θα ακρωτηριάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ακρωτηριάζει
εμείς θα ακρωτηριάζουμε
εσείς θα ακρωτηριάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακρωτηριάζουν / θα ακρωτηριάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακρωτηριάσω
εσύ θα ακρωτηριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ακρωτηριάσει
εμείς θα ακρωτηριάσουμε
εσείς θα ακρωτηριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακρωτηριάσουν / θα ακρωτηριάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ακρωτηριάσω
εσύ να ακρωτηριάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ακρωτηριάσει
εμείς να ακρωτηριάσουμε
εσείς να ακρωτηριάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ακρωτηριάσουν / ακρωτηριάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ακρωτηριάσει
εσύ έχεις ακρωτηριάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ακρωτηριάσει
εμείς έχουμε ακρωτηριάσει
εσείς έχετε ακρωτηριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ακρωτηριάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ακρωτηριάσει
εσύ είχες ακρωτηριάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ακρωτηριάσει
εμείς είχαμε ακρωτηριάσει
εσείς είχατε ακρωτηριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ακρωτηριάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ακρωτηριάσει
εσύ θα έχεις ακρωτηριάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ακρωτηριάσει
εμείς θα έχουμε ακρωτηριάσει
εσείς θα έχετε ακρωτηριάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ακρωτηριάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ακρωτηρίαζε
(εσείς) ακρωτηριάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ακρωτηρίασε
(εσείς) ακρωτηριάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ακρωτηριάζομαι
εσύ ακρωτηριάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ακρωτηριάζεται
εμείς ακρωτηριαζόμαστε
εσείς ακρωτηριάζεστε / ακρωτηριαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ακρωτηριάζονται
Παρατατικός
εγώ ακρωτηριαζόμουν / ακρωτηριαζόμουνα
εσύ ακρωτηριαζόσουν / ακρωτηριαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ακρωτηριαζόταν / ακρωτηριαζότανε
εμείς ακρωτηριαζόμασταν / ακρωτηριαζόμαστε
εσείς ακρωτηριαζόσασταν / ακρωτηριαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ακρωτηριάζονταν / ακρωτηριαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ακρωτηριάστηκα
εσύ ακρωτηριάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ακρωτηριάστηκε
εμείς ακρωτηριαστήκαμε
εσείς ακρωτηριαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακρωτηριάστηκαν / ακρωτηριαστήκαν / ακρωτηριαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ακρωτηριάζομαι
εσύ θα ακρωτηριάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ακρωτηριάζεται
εμείς θα ακρωτηριαζόμαστε
εσείς θα ακρωτηριάζεστε / θα ακρωτηριαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακρωτηριάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακρωτηριαστώ
εσύ θα ακρωτηριαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ακρωτηριαστεί
εμείς θα ακρωτηριαστούμε
εσείς θα ακρωτηριαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακρωτηριαστούν / θα ακρωτηριαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ακρωτηριαστώ
εσύ να ακρωτηριαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ακρωτηριαστεί
εμείς να ακρωτηριαστούμε
εσείς να ακρωτηριαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ακρωτηριαστούν / ακρωτηριαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ακρωτηριαστεί
εσύ έχεις ακρωτηριαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ακρωτηριαστεί
εμείς έχουμε ακρωτηριαστεί
εσείς έχετε ακρωτηριαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ακρωτηριαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ακρωτηριαστεί
εσύ είχες ακρωτηριαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ακρωτηριαστεί
εμείς είχαμε ακρωτηριαστεί
εσείς είχατε ακρωτηριαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ακρωτηριαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ακρωτηριαστεί
εσύ θα έχεις ακρωτηριαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ακρωτηριαστεί
εμείς θα έχουμε ακρωτηριαστεί
εσείς θα έχετε ακρωτηριαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ακρωτηριαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ακρωτηριάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ακρωτηριάσου
(εσείς) ακρωτηριαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ακρωτηριάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ακρωτηριάσει
Μετοχή παρακειμένου
ακρωτηριασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ακρωτηριάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ακρωτηριαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.