Κλίση του ρήματος ακοντίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ακοντίζω
to throw, dart, hurl
Πλήρης κλίση του ρήματος ακοντίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ακοντίζω
εσύ ακοντίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ακοντίζει
εμείς ακοντίζουμε
εσείς ακοντίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ακοντίζουν / ακοντίζουνε

Παρατατικός

εγώ ακόντιζα
εσύ ακόντιζες
αυτός/αυτή/αυτό ακόντιζε
εμείς ακοντίζαμε
εσείς ακοντίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακόντιζαν / ακοντίζαν / ακοντίζανε

Αόριστος

εγώ ακόντισα
εσύ ακόντισες
αυτός/αυτή/αυτό ακόντισε
εμείς ακοντίσαμε
εσείς ακοντίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακόντισαν / ακοντίσαν / ακοντίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ακοντίζω
εσύ θα ακοντίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ακοντίζει
εμείς θα ακοντίζουμε
εσείς θα ακοντίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακοντίζουν / θα ακοντίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ακοντίσω
εσύ θα ακοντίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ακοντίσει
εμείς θα ακοντίσουμε
εσείς θα ακοντίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακοντίσουν / θα ακοντίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ακοντίσω
εσύ να ακοντίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ακοντίσει
εμείς να ακοντίσουμε
εσείς να ακοντίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ακοντίσουν / ακοντίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ακοντίσει
εσύ έχεις ακοντίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ακοντίσει
εμείς έχουμε ακοντίσει
εσείς έχετε ακοντίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ακοντίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ακοντίσει
εσύ είχες ακοντίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ακοντίσει
εμείς είχαμε ακοντίσει
εσείς είχατε ακοντίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ακοντίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ακοντίσει
εσύ θα έχεις ακοντίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ακοντίσει
εμείς θα έχουμε ακοντίσει
εσείς θα έχετε ακοντίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ακοντίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ακόντιζε
(εσείς) ακοντίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ακόντισε
(εσείς) ακοντίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ακοντίζομαι
εσύ ακοντίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ακοντίζεται
εμείς ακοντιζόμαστε
εσείς ακοντίζεστε / ακοντιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ακοντίζονται

Παρατατικός

εγώ ακοντιζόμουν / ακοντιζόμουνα
εσύ ακοντιζόσουν / ακοντιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ακοντιζόταν / ακοντιζότανε
εμείς ακοντιζόμασταν / ακοντιζόμαστε
εσείς ακοντιζόσασταν / ακοντιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ακοντίζονταν / ακοντιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ ακοντίστηκα / ακοντίσθηκα
εσύ ακοντίστηκες / ακοντίσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ακοντίστηκε / ακοντίσθηκε
εμείς ακοντιστήκαμε / ακοντισθήκαμε
εσείς ακοντιστήκατε / ακοντισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακοντίστηκαν / ακοντιστήκαν / ακοντιστήκανε / ακοντίσθηκαν / ακοντισθήκαν / ακοντισθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ακοντίζομαι
εσύ θα ακοντίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ακοντίζεται
εμείς θα ακοντιζόμαστε
εσείς θα ακοντίζεστε / θα ακοντιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακοντίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ακοντιστώ / θα ακοντισθώ
εσύ θα ακοντιστείς / θα ακοντισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ακοντιστεί / θα ακοντισθεί
εμείς θα ακοντιστούμε / θα ακοντισθούμε
εσείς θα ακοντιστείτε / θα ακοντισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακοντιστούν / θα ακοντιστούνε / θα ακοντισθούν / θα ακοντισθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ακοντιστώ / ακοντισθώ
εσύ να ακοντιστείς / ακοντισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ακοντιστεί / ακοντισθεί
εμείς να ακοντιστούμε / ακοντισθούμε
εσείς να ακοντιστείτε / ακοντισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ακοντιστούν / ακοντιστούνε / ακοντισθούν / ακοντισθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ακοντιστεί / ακοντισθεί
εσύ έχεις ακοντιστεί / ακοντισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ακοντιστεί / ακοντισθεί
εμείς έχουμε ακοντιστεί / ακοντισθεί
εσείς έχετε ακοντιστεί / ακοντισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ακοντιστεί / ακοντισθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ακοντιστεί / ακοντισθεί
εσύ είχες ακοντιστεί / ακοντισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ακοντιστεί / ακοντισθεί
εμείς είχαμε ακοντιστεί / ακοντισθεί
εσείς είχατε ακοντιστεί / ακοντισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ακοντιστεί / ακοντισθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ακοντιστεί / ακοντισθεί
εσύ θα έχεις ακοντιστεί / ακοντισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ακοντιστεί / ακοντισθεί
εμείς θα έχουμε ακοντιστεί / ακοντισθεί
εσείς θα έχετε ακοντιστεί / ακοντισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ακοντιστεί / ακοντισθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ακοντίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ακοντίσου
(εσείς) ακοντιστείτε / ακοντισθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ακοντίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ακοντίσει

Μετοχή παρακειμένου

ακοντισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ακοντίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ακοντιστεί / ακοντισθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.