to sharpen, hone, whet
Πλήρης κλίση του ρήματος ακονίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ακονίζω
εσύ ακονίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ακονίζει
εμείς ακονίζουμε
εσείς ακονίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ακονίζουν / ακονίζουνε
Παρατατικός
εγώ ακόνιζα
εσύ ακόνιζες
αυτός/αυτή/αυτό ακόνιζε
εμείς ακονίζαμε
εσείς ακονίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακόνιζαν / ακονίζαν / ακονίζανε
Αόριστος
εγώ ακόνισα
εσύ ακόνισες
αυτός/αυτή/αυτό ακόνισε
εμείς ακονίσαμε
εσείς ακονίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακόνισαν / ακονίσαν / ακονίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ακονίζω
εσύ θα ακονίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ακονίζει
εμείς θα ακονίζουμε
εσείς θα ακονίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακονίζουν / θα ακονίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακονίσω
εσύ θα ακονίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ακονίσει
εμείς θα ακονίσουμε
εσείς θα ακονίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακονίσουν / θα ακονίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ακονίσω
εσύ να ακονίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ακονίσει
εμείς να ακονίσουμε
εσείς να ακονίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ακονίσουν / ακονίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ακονίσει
εσύ έχεις ακονίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ακονίσει
εμείς έχουμε ακονίσει
εσείς έχετε ακονίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ακονίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ακονίσει
εσύ είχες ακονίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ακονίσει
εμείς είχαμε ακονίσει
εσείς είχατε ακονίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ακονίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ακονίσει
εσύ θα έχεις ακονίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ακονίσει
εμείς θα έχουμε ακονίσει
εσείς θα έχετε ακονίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ακονίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ακόνιζε
(εσείς) ακονίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ακόνισε
(εσείς) ακονίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ακονίζομαι
εσύ ακονίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ακονίζεται
εμείς ακονιζόμαστε
εσείς ακονίζεστε / ακονιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ακονίζονται
Παρατατικός
εγώ ακονιζόμουν / ακονιζόμουνα
εσύ ακονιζόσουν / ακονιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ακονιζόταν / ακονιζότανε
εμείς ακονιζόμασταν / ακονιζόμαστε
εσείς ακονιζόσασταν / ακονιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ακονίζονταν / ακονιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ακονίστηκα
εσύ ακονίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ακονίστηκε
εμείς ακονιστήκαμε
εσείς ακονιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακονίστηκαν / ακονιστήκαν / ακονιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ακονίζομαι
εσύ θα ακονίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ακονίζεται
εμείς θα ακονιζόμαστε
εσείς θα ακονίζεστε / θα ακονιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακονίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακονιστώ
εσύ θα ακονιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ακονιστεί
εμείς θα ακονιστούμε
εσείς θα ακονιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακονιστούν / θα ακονιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ακονιστώ
εσύ να ακονιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ακονιστεί
εμείς να ακονιστούμε
εσείς να ακονιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ακονιστούν / ακονιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ακονιστεί
εσύ έχεις ακονιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ακονιστεί
εμείς έχουμε ακονιστεί
εσείς έχετε ακονιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ακονιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ακονιστεί
εσύ είχες ακονιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ακονιστεί
εμείς είχαμε ακονιστεί
εσείς είχατε ακονιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ακονιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ακονιστεί
εσύ θα έχεις ακονιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ακονιστεί
εμείς θα έχουμε ακονιστεί
εσείς θα έχετε ακονιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ακονιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ακονίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ακονίσου
(εσείς) ακονιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ακονίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ακονίσει
Μετοχή παρακειμένου
ακονισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ακονίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ακονιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.