Κλίση του ρήματος ακομπανιάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ακομπανιάρω
to accompany
Πλήρης κλίση του ρήματος ακομπανιάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ακομπανιάρω
εσύ ακομπανιάρεις
αυτός/αυτή/αυτό ακομπανιάρει
εμείς ακομπανιάρουμε
εσείς ακομπανιάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά ακομπανιάρουν / ακομπανιάρουνε

Παρατατικός

εγώ ακομπανιάριζα
εσύ ακομπανιάριζες
αυτός/αυτή/αυτό ακομπανιάριζε
εμείς ακομπανιάραμε
εσείς ακομπανιάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακομπανιάριζαν / ακομπανιάραν / ακομπανιάρανε

Αόριστος

εγώ ακομπανιάρισα
εσύ ακομπανιάρισες
αυτός/αυτή/αυτό ακομπανιάρισε
εμείς ακομπανιάραμε
εσείς ακομπανιάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακομπανιάρισαν / ακομπανιάραν / ακομπανιάρανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ακομπανιάρω
εσύ θα ακομπανιάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ακομπανιάρει
εμείς θα ακομπανιάρουμε
εσείς θα ακομπανιάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακομπανιάρουν / θα ακομπανιάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ακομπανιάρω
εσύ θα ακομπανιάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ακομπανιάρει
εμείς θα ακομπανιάρουμε
εσείς θα ακομπανιάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακομπανιάρουν / θα ακομπανιάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ακομπανιάρω
εσύ να ακομπανιάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να ακομπανιάρει
εμείς να ακομπανιάρουμε
εσείς να ακομπανιάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ακομπανιάρουν / ακομπανιάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ακομπανιάρει
εσύ έχεις ακομπανιάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ακομπανιάρει
εμείς έχουμε ακομπανιάρει
εσείς έχετε ακομπανιάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ακομπανιάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ακομπανιάρει
εσύ είχες ακομπανιάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ακομπανιάρει
εμείς είχαμε ακομπανιάρει
εσείς είχατε ακομπανιάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ακομπανιάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ακομπανιάρει
εσύ θα έχεις ακομπανιάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ακομπανιάρει
εμείς θα έχουμε ακομπανιάρει
εσείς θα έχετε ακομπανιάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ακομπανιάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ακομπανιάριζε
(εσείς) ακομπανιάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ακομπανιάρισε
(εσείς) ακομπανιάρετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ακομπανιάρομαι
εσύ ακομπανιάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ακομπανιάρεται
εμείς ακομπανιαριζόμαστε
εσείς ακομπανιάρεστε / ακομπανιαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ακομπανιάρονται

Παρατατικός

εγώ ακομπανιαριζόμουν / ακομπανιαριζόμουνα
εσύ ακομπανιαριζόσουν / ακομπανιαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ακομπανιαριζόταν / ακομπανιαριζότανε
εμείς ακομπανιαριζόμασταν / ακομπανιαριζόμαστε
εσείς ακομπανιαριζόσασταν / ακομπανιαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ακομπανιάρονταν / ακομπανιαριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ ακομπανιαρίστηκα
εσύ ακομπανιαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ακομπανιαρίστηκε
εμείς ακομπανιαριστήκαμε
εσείς ακομπανιαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακομπανιαρίστηκαν / ακομπανιαριστήκαν / ακομπανιαριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ακομπανιάρομαι
εσύ θα ακομπανιάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ακομπανιάρεται
εμείς θα ακομπανιαριζόμαστε
εσείς θα ακομπανιάρεστε / θα ακομπανιαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακομπανιάρονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ακομπανιαριστώ
εσύ θα ακομπανιαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ακομπανιαριστεί
εμείς θα ακομπανιαριστούμε
εσείς θα ακομπανιαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακομπανιαριστούν / θα ακομπανιαριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ακομπανιαριστώ
εσύ να ακομπανιαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ακομπανιαριστεί
εμείς να ακομπανιαριστούμε
εσείς να ακομπανιαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ακομπανιαριστούν / ακομπανιαριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ακομπανιαριστεί
εσύ έχεις ακομπανιαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ακομπανιαριστεί
εμείς έχουμε ακομπανιαριστεί
εσείς έχετε ακομπανιαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ακομπανιαριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ακομπανιαριστεί
εσύ είχες ακομπανιαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ακομπανιαριστεί
εμείς είχαμε ακομπανιαριστεί
εσείς είχατε ακομπανιαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ακομπανιαριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ακομπανιαριστεί
εσύ θα έχεις ακομπανιαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ακομπανιαριστεί
εμείς θα έχουμε ακομπανιαριστεί
εσείς θα έχετε ακομπανιαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ακομπανιαριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ακομπανιάρεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ακομπανιαρίσου
(εσείς) ακομπανιαριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ακομπανιάροντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ακομπανιάρει

Μετοχή παρακειμένου

ακομπανιαρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ακομπανιάρει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ακομπανιαριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.