Κλίση του ρήματος ακινητοποιώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ακινητοποιώ
to immobilise (UK), immobilize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος ακινητοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ακινητοποιώ
εσύ ακινητοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό ακινητοποιεί
εμείς ακινητοποιούμε
εσείς ακινητοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ακινητοποιούν / ακινητοποιούνε

Παρατατικός

εγώ ακινητοποιούσα
εσύ ακινητοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό ακινητοποιούσε
εμείς ακινητοποιούσαμε
εσείς ακινητοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακινητοποιούσαν / ακινητοποιούσανε

Αόριστος

εγώ ακινητοποίησα
εσύ ακινητοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό ακινητοποίησε
εμείς ακινητοποιήσαμε
εσείς ακινητοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακινητοποίησαν / ακινητοποιήσαν / ακινητοποιήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ακινητοποιώ
εσύ θα ακινητοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ακινητοποιεί
εμείς θα ακινητοποιούμε
εσείς θα ακινητοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακινητοποιούν / θα ακινητοποιούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ακινητοποιήσω
εσύ θα ακινητοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ακινητοποιήσει
εμείς θα ακινητοποιήσουμε
εσείς θα ακινητοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακινητοποιήσουν / θα ακινητοποιήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ακινητοποιήσω
εσύ να ακινητοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ακινητοποιήσει
εμείς να ακινητοποιήσουμε
εσείς να ακινητοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ακινητοποιήσουν / ακινητοποιήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ακινητοποιήσει
εσύ έχεις ακινητοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ακινητοποιήσει
εμείς έχουμε ακινητοποιήσει
εσείς έχετε ακινητοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ακινητοποιήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ακινητοποιήσει
εσύ είχες ακινητοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ακινητοποιήσει
εμείς είχαμε ακινητοποιήσει
εσείς είχατε ακινητοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ακινητοποιήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ακινητοποιήσει
εσύ θα έχεις ακινητοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ακινητοποιήσει
εμείς θα έχουμε ακινητοποιήσει
εσείς θα έχετε ακινητοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ακινητοποιήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ακινητοποιείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ακινητοποίησε
(εσείς) ακινητοποιήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ακινητοποιούμαι
εσύ ακινητοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ακινητοποιείται
εμείς ακινητοποιούμαστε / ακινητοποιόμαστε
εσείς ακινητοποιείστε / ακινητοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ακινητοποιούνται

Παρατατικός

εγώ ακινητοποιούμουν / ακινητοποιούμουνα / ακινητοποιόμουν / ακινητοποιόμουνα
εσύ ακινητοποιόσουν / ακινητοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ακινητοποιούνταν / ακινητοποιόταν / ακινητοποιότανε / ακινητοποιείτο
εμείς ακινητοποιούμασταν / ‑ούμαστε / ακινητοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς ακινητοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ακινητοποιούνταν / ακινητοποιόνταν / ακινητοποιόντανε / ακινητοποιόντουσαν / ακινητοποιούντο

Αόριστος

εγώ ακινητοποιήθηκα
εσύ ακινητοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ακινητοποιήθηκε
εμείς ακινητοποιηθήκαμε
εσείς ακινητοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ακινητοποιήθηκαν / ακινητοποιηθήκαν / ακινητοποιηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ακινητοποιούμαι
εσύ θα ακινητοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ακινητοποιείται
εμείς θα ακινητοποιούμαστε / θα ακινητοποιόμαστε
εσείς θα ακινητοποιείστε / θα ακινητοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακινητοποιούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ακινητοποιηθώ
εσύ θα ακινητοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ακινητοποιηθεί
εμείς θα ακινητοποιηθούμε
εσείς θα ακινητοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ακινητοποιηθούν / θα ακινητοποιηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ακινητοποιηθώ
εσύ να ακινητοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ακινητοποιηθεί
εμείς να ακινητοποιηθούμε
εσείς να ακινητοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ακινητοποιηθούν / ακινητοποιηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ακινητοποιηθεί
εσύ έχεις ακινητοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ακινητοποιηθεί
εμείς έχουμε ακινητοποιηθεί
εσείς έχετε ακινητοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ακινητοποιηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ακινητοποιηθεί
εσύ είχες ακινητοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ακινητοποιηθεί
εμείς είχαμε ακινητοποιηθεί
εσείς είχατε ακινητοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ακινητοποιηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ακινητοποιηθεί
εσύ θα έχεις ακινητοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ακινητοποιηθεί
εμείς θα έχουμε ακινητοποιηθεί
εσείς θα έχετε ακινητοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ακινητοποιηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ακινητοποιείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ακινητοποιήσου
(εσείς) ακινητοποιηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ακινητοποιώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ακινητοποιήσει

Μετοχή παρακειμένου

ακινητοποιημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ακινητοποιήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ακινητοποιηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.