to surprise
Πλήρης κλίση του ρήματος αιφνιδιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αιφνιδιάζω
εσύ αιφνιδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αιφνιδιάζει
εμείς αιφνιδιάζουμε
εσείς αιφνιδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αιφνιδιάζουν / αιφνιδιάζουνε
Παρατατικός
εγώ αιφνιδίαζα
εσύ αιφνιδίαζες
αυτός/αυτή/αυτό αιφνιδίαζε
εμείς αιφνιδιάζαμε
εσείς αιφνιδιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αιφνιδίαζαν / αιφνιδιάζαν / αιφνιδιάζανε
Αόριστος
εγώ αιφνιδίασα
εσύ αιφνιδίασες
αυτός/αυτή/αυτό αιφνιδίασε
εμείς αιφνιδιάσαμε
εσείς αιφνιδιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αιφνιδίασαν / αιφνιδιάσαν / αιφνιδιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αιφνιδιάζω
εσύ θα αιφνιδιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αιφνιδιάζει
εμείς θα αιφνιδιάζουμε
εσείς θα αιφνιδιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αιφνιδιάζουν / θα αιφνιδιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αιφνιδιάσω
εσύ θα αιφνιδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αιφνιδιάσει
εμείς θα αιφνιδιάσουμε
εσείς θα αιφνιδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αιφνιδιάσουν / θα αιφνιδιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αιφνιδιάσω
εσύ να αιφνιδιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αιφνιδιάσει
εμείς να αιφνιδιάσουμε
εσείς να αιφνιδιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αιφνιδιάσουν / αιφνιδιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αιφνιδιάσει
εσύ έχεις αιφνιδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αιφνιδιάσει
εμείς έχουμε αιφνιδιάσει
εσείς έχετε αιφνιδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αιφνιδιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αιφνιδιάσει
εσύ είχες αιφνιδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αιφνιδιάσει
εμείς είχαμε αιφνιδιάσει
εσείς είχατε αιφνιδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αιφνιδιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αιφνιδιάσει
εσύ θα έχεις αιφνιδιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αιφνιδιάσει
εμείς θα έχουμε αιφνιδιάσει
εσείς θα έχετε αιφνιδιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αιφνιδιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αιφνιδίαζε
(εσείς) αιφνιδιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αιφνιδίασε
(εσείς) αιφνιδιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αιφνιδιάζομαι
εσύ αιφνιδιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αιφνιδιάζεται
εμείς αιφνιδιαζόμαστε
εσείς αιφνιδιάζεστε / αιφνιδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αιφνιδιάζονται
Παρατατικός
εγώ αιφνιδιαζόμουν / αιφνιδιαζόμουνα
εσύ αιφνιδιαζόσουν / αιφνιδιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αιφνιδιαζόταν / αιφνιδιαζότανε
εμείς αιφνιδιαζόμασταν / αιφνιδιαζόμαστε
εσείς αιφνιδιαζόσασταν / αιφνιδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αιφνιδιάζονταν / αιφνιδιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αιφνιδιάστηκα
εσύ αιφνιδιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αιφνιδιάστηκε
εμείς αιφνιδιαστήκαμε
εσείς αιφνιδιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αιφνιδιάστηκαν / αιφνιδιαστήκαν / αιφνιδιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αιφνιδιάζομαι
εσύ θα αιφνιδιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αιφνιδιάζεται
εμείς θα αιφνιδιαζόμαστε
εσείς θα αιφνιδιάζεστε / θα αιφνιδιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αιφνιδιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αιφνιδιαστώ
εσύ θα αιφνιδιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αιφνιδιαστεί
εμείς θα αιφνιδιαστούμε
εσείς θα αιφνιδιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αιφνιδιαστούν / θα αιφνιδιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αιφνιδιαστώ
εσύ να αιφνιδιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αιφνιδιαστεί
εμείς να αιφνιδιαστούμε
εσείς να αιφνιδιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αιφνιδιαστούν / αιφνιδιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αιφνιδιαστεί
εσύ έχεις αιφνιδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αιφνιδιαστεί
εμείς έχουμε αιφνιδιαστεί
εσείς έχετε αιφνιδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αιφνιδιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αιφνιδιαστεί
εσύ είχες αιφνιδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αιφνιδιαστεί
εμείς είχαμε αιφνιδιαστεί
εσείς είχατε αιφνιδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αιφνιδιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αιφνιδιαστεί
εσύ θα έχεις αιφνιδιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αιφνιδιαστεί
εμείς θα έχουμε αιφνιδιαστεί
εσείς θα έχετε αιφνιδιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αιφνιδιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αιφνιδιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αιφνιδιάσου
(εσείς) αιφνιδιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αιφνιδιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αιφνιδιάσει
Μετοχή παρακειμένου
αιφνιδιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αιφνιδιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αιφνιδιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.