Κλίση του ρήματος αισθάνομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αισθάνομαι
to feel
Πλήρης κλίση του ρήματος αισθάνομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αισθάνομαι
εσύ αισθάνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αισθάνεται
εμείς αισθανόμαστε
εσείς αισθάνεστε / αισθανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αισθάνονται

Παρατατικός

εγώ αισθανόμουν / αισθανόμουνα
εσύ αισθανόσουν / αισθανόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αισθανόταν / αισθανότανε
εμείς αισθανόμασταν / αισθανόμαστε
εσείς αισθανόσασταν / αισθανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αισθάνονταν / αισθανόντουσαν

Αόριστος

εγώ αισθάνθηκα
εσύ αισθάνθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αισθάνθηκε
εμείς αισθανθήκαμε
εσείς αισθανθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αισθάνθηκαν / αισθανθήκαν / αισθανθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αισθάνομαι
εσύ θα αισθάνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αισθάνεται
εμείς θα αισθανόμαστε
εσείς θα αισθάνεστε / θα αισθανόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αισθάνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αισθανθώ
εσύ θα αισθανθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αισθανθεί
εμείς θα αισθανθούμε
εσείς θα αισθανθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αισθανθούν / θα αισθανθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αισθανθώ
εσύ να αισθανθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αισθανθεί
εμείς να αισθανθούμε
εσείς να αισθανθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αισθανθούν / αισθανθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αισθανθεί
εσύ έχεις αισθανθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αισθανθεί
εμείς έχουμε αισθανθεί
εσείς έχετε αισθανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αισθανθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αισθανθεί
εσύ είχες αισθανθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αισθανθεί
εμείς είχαμε αισθανθεί
εσείς είχατε αισθανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αισθανθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αισθανθεί
εσύ θα έχεις αισθανθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αισθανθεί
εμείς θα έχουμε αισθανθεί
εσείς θα έχετε αισθανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αισθανθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αισθάνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αισθάνσου
(εσείς) αισθανθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αισθανόμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

αισθανθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.