to bleed, haemorrhage (UK), hemorrhage (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος αιμορραγώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αιμορραγώ
εσύ αιμορραγείς
αυτός/αυτή/αυτό αιμορραγεί
εμείς αιμορραγούμε
εσείς αιμορραγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αιμορραγούν / αιμορραγούνε
Παρατατικός
εγώ αιμορραγούσα
εσύ αιμορραγούσες
αυτός/αυτή/αυτό αιμορραγούσε
εμείς αιμορραγούσαμε
εσείς αιμορραγούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αιμορραγούσαν / αιμορραγούσανε
Αόριστος
εγώ αιμορράγησα
εσύ αιμορράγησες
αυτός/αυτή/αυτό αιμορράγησε
εμείς αιμορραγήσαμε
εσείς αιμορραγήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αιμορράγησαν / αιμορραγήσαν / αιμορραγήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αιμορραγώ
εσύ θα αιμορραγείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αιμορραγεί
εμείς θα αιμορραγούμε
εσείς θα αιμορραγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αιμορραγούν / θα αιμορραγούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αιμορραγήσω
εσύ θα αιμορραγήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αιμορραγήσει
εμείς θα αιμορραγήσουμε
εσείς θα αιμορραγήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αιμορραγήσουν / θα αιμορραγήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αιμορραγήσω
εσύ να αιμορραγήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αιμορραγήσει
εμείς να αιμορραγήσουμε
εσείς να αιμορραγήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αιμορραγήσουν / αιμορραγήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αιμορραγήσει
εσύ έχεις αιμορραγήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αιμορραγήσει
εμείς έχουμε αιμορραγήσει
εσείς έχετε αιμορραγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αιμορραγήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αιμορραγήσει
εσύ είχες αιμορραγήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αιμορραγήσει
εμείς είχαμε αιμορραγήσει
εσείς είχατε αιμορραγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αιμορραγήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αιμορραγήσει
εσύ θα έχεις αιμορραγήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αιμορραγήσει
εμείς θα έχουμε αιμορραγήσει
εσείς θα έχετε αιμορραγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αιμορραγήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αιμορραγείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αιμορράγησε
(εσείς) αιμορραγήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αιμορραγώντας / έχοντας αιμορραγήσει
Απαρέμφατο
αιμορραγήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.