to acquit
Πλήρης κλίση του ρήματος αθωώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αθωώνω
εσύ αθωώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αθωώνει
εμείς αθωώνουμε
εσείς αθωώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αθωώνουν / αθωώνουνε
Παρατατικός
εγώ αθώωνα
εσύ αθώωνες
αυτός/αυτή/αυτό αθώωνε
εμείς αθωώναμε
εσείς αθωώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αθώωναν / αθωώναν / αθωώνανε
Αόριστος
εγώ αθώωσα
εσύ αθώωσες
αυτός/αυτή/αυτό αθώωσε
εμείς αθωώσαμε
εσείς αθωώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αθώωσαν / αθωώσαν / αθωώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αθωώνω
εσύ θα αθωώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αθωώνει
εμείς θα αθωώνουμε
εσείς θα αθωώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αθωώνουν / θα αθωώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αθωώσω
εσύ θα αθωώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αθωώσει
εμείς θα αθωώσουμε
εσείς θα αθωώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αθωώσουν / θα αθωώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αθωώσω
εσύ να αθωώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αθωώσει
εμείς να αθωώσουμε
εσείς να αθωώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αθωώσουν / αθωώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αθωώσει
εσύ έχεις αθωώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αθωώσει
εμείς έχουμε αθωώσει
εσείς έχετε αθωώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αθωώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αθωώσει
εσύ είχες αθωώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αθωώσει
εμείς είχαμε αθωώσει
εσείς είχατε αθωώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αθωώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αθωώσει
εσύ θα έχεις αθωώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αθωώσει
εμείς θα έχουμε αθωώσει
εσείς θα έχετε αθωώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αθωώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αθώωνε
(εσείς) αθωώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αθώωσε
(εσείς) αθωώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αθωώνομαι
εσύ αθωώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αθωώνεται
εμείς αθωωνόμαστε
εσείς αθωώνεστε / αθωωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αθωώνονται
Παρατατικός
εγώ αθωωνόμουν / αθωωνόμουνα
εσύ αθωωνόσουν / αθωωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αθωωνόταν / αθωωνότανε
εμείς αθωωνόμασταν / αθωωνόμαστε
εσείς αθωωνόσασταν / αθωωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αθωώνονταν / αθωωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ αθωώθηκα
εσύ αθωώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αθωώθηκε
εμείς αθωωθήκαμε
εσείς αθωωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αθωώθηκαν / αθωωθήκαν / αθωωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αθωώνομαι
εσύ θα αθωώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αθωώνεται
εμείς θα αθωωνόμαστε
εσείς θα αθωώνεστε / θα αθωωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αθωώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αθωωθώ
εσύ θα αθωωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αθωωθεί
εμείς θα αθωωθούμε
εσείς θα αθωωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αθωωθούν / θα αθωωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αθωωθώ
εσύ να αθωωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αθωωθεί
εμείς να αθωωθούμε
εσείς να αθωωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αθωωθούν / αθωωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αθωωθεί
εσύ έχεις αθωωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αθωωθεί
εμείς έχουμε αθωωθεί
εσείς έχετε αθωωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αθωωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αθωωθεί
εσύ είχες αθωωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αθωωθεί
εμείς είχαμε αθωωθεί
εσείς είχατε αθωωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αθωωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αθωωθεί
εσύ θα έχεις αθωωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αθωωθεί
εμείς θα έχουμε αθωωθεί
εσείς θα έχετε αθωωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αθωωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αθωώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αθωώσου
(εσείς) αθωωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αθωώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αθωώσει
Μετοχή παρακειμένου
αθωωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αθωώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αθωωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.