to sum, add up, tot up, cast (obsolete)
Πλήρης κλίση του ρήματος αθροίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αθροίζω
εσύ αθροίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αθροίζει
εμείς αθροίζουμε
εσείς αθροίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αθροίζουν / αθροίζουνε
Παρατατικός
εγώ άθροιζα
εσύ άθροιζες
αυτός/αυτή/αυτό άθροιζε
εμείς αθροίζαμε
εσείς αθροίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά άθροιζαν / αθροίζαν / αθροίζανε
Αόριστος
εγώ άθροισα
εσύ άθροισες
αυτός/αυτή/αυτό άθροισε
εμείς αθροίσαμε
εσείς αθροίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά άθροισαν / αθροίσαν / αθροίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αθροίζω
εσύ θα αθροίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αθροίζει
εμείς θα αθροίζουμε
εσείς θα αθροίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αθροίζουν / θα αθροίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αθροίσω
εσύ θα αθροίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αθροίσει
εμείς θα αθροίσουμε
εσείς θα αθροίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αθροίσουν / θα αθροίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αθροίσω
εσύ να αθροίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αθροίσει
εμείς να αθροίσουμε
εσείς να αθροίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αθροίσουν / αθροίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αθροίσει
εσύ έχεις αθροίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αθροίσει
εμείς έχουμε αθροίσει
εσείς έχετε αθροίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αθροίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αθροίσει
εσύ είχες αθροίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αθροίσει
εμείς είχαμε αθροίσει
εσείς είχατε αθροίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αθροίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αθροίσει
εσύ θα έχεις αθροίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αθροίσει
εμείς θα έχουμε αθροίσει
εσείς θα έχετε αθροίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αθροίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) άθροιζε
(εσείς) αθροίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) άθροισε
(εσείς) αθροίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αθροίζομαι
εσύ αθροίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αθροίζεται
εμείς αθροιζόμαστε
εσείς αθροίζεστε / αθροιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αθροίζονται
Παρατατικός
εγώ αθροιζόμουν / αθροιζόμουνα
εσύ αθροιζόσουν / αθροιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αθροιζόταν / αθροιζότανε
εμείς αθροιζόμασταν / αθροιζόμαστε
εσείς αθροιζόσασταν / αθροιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αθροίζονταν / αθροιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αθροίστηκα
εσύ αθροίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αθροίστηκε
εμείς αθροιστήκαμε
εσείς αθροιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αθροίστηκαν / αθροιστήκαν / αθροιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αθροίζομαι
εσύ θα αθροίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αθροίζεται
εμείς θα αθροιζόμαστε
εσείς θα αθροίζεστε / θα αθροιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αθροίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αθροιστώ
εσύ θα αθροιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αθροιστεί
εμείς θα αθροιστούμε
εσείς θα αθροιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αθροιστούν / θα αθροιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αθροιστώ
εσύ να αθροιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αθροιστεί
εμείς να αθροιστούμε
εσείς να αθροιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αθροιστούν / αθροιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αθροιστεί
εσύ έχεις αθροιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αθροιστεί
εμείς έχουμε αθροιστεί
εσείς έχετε αθροιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αθροιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αθροιστεί
εσύ είχες αθροιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αθροιστεί
εμείς είχαμε αθροιστεί
εσείς είχατε αθροιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αθροιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αθροιστεί
εσύ θα έχεις αθροιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αθροιστεί
εμείς θα έχουμε αθροιστεί
εσείς θα έχετε αθροιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αθροιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αθροίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αθροίσου
(εσείς) αθροιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αθροίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αθροίσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αθροιζόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
αθροισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αθροίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αθροιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.